Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Καλή χρονιά..

KΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ *★ 。*
˛°_██_*.。*./ ♥ \ .˛* .˛。.˛..♥ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ 2011♥
˛. (´• ̮•)*.。*/♫.♫\*˛.* ˛_Π_____ ˛* ˛**★*
.°( . • . ) ˛°./• '♫ ' •\.˛*./______/~\*. ˛*.。˛*
*(...'•'.. ) *˛╬╬╬╬╬˛°.|田田 |門|╬╬╬╬╬

``````````````````````````````````````````````````````
```````````````````````````````````````````````````````
````````````````````````````````````````````````````````
````````````````````````````````````````````````````````

αναίτια..




αχόρταγα όλες τις στιγμές
ο χρόνος τα λεπτά μου ένα ένα
αλύπητα αγόραζε εχτές
το σήμερα δωρίζοντας σε μένα

τα χρόνια που περάσανε θαρρείς
της νιότης τριαντάφυλλα πως είναι
τα πέταλα μαδούσε της ζωής
αδιάκοπα ημέρες μα και μήνες

ακούραστος και σπάταλος χαλούσε
ακόμα και τις νύχτες που κοιμόμουν
κι ημέρα το πρωί χαμογελούσε
στ’ αδιάκοπο ταξίδι αυτό του χρόνου

μα ψάχνοντας να βρω μίαν αιτία
σε τούτο τον αναίτιο χαμό
περνούσαν οι χρονιές μου μία μία
αφήνοντας μια γεύση από καημό

ίσως κι ένα μειδίαμα στα χείλη
για κείνες τις ιδιαίτερες στιγμές
που μέσα απ’ του όλεθρου τη πύλη
αξίζανε σε βάρος δυό ζωές

αναίτια λοιπόν ακολουθώ
με βήματα γοργά κι ας μην το θέλω
του χρόνου τον αδέκαστο χορό
σκορπώντας τις στιγμές για λίγο μέλλον

μα εκείνο που το χρόνο σταματά
στα χείλη μου είναι μόνο το φιλί σου
και τότε η ζωή μου όλη αρχινά
ξανά απ’ την αρχή μες τη μορφή σου

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Μες του μυαλού μου τις αδιάβατες ελπίδες


Μες του μυαλού μου τις αδιάβατες ελπίδες
στήνει η καρδιά μου στο μυαλό μου όλο παγίδες
βάζει το πόθο μου για δόλωμα στη σκέψη
τη λογική να δοκιμάσει αν θα τ’ αντέξει

έχει το πάθος μου μπροστά να με προστάζει
και την ελπίδα όλα τα θέλω μου να τάζει
βήματα κάνει πουθενά απελπισίας
να γεφυρώσει το κενό της συγκυρίας

κι εσύ το δρόμο της φυγής έχεις διαλέξει
έχεις χαθεί δίχως ν’ αφήσεις μία λέξη
μόνο η σκιά να μαρτυράει την οδύνη
πίσω απ’ τη πόρτα που η μορφή σου όλο φθίνει

ακολουθώ τα βήματα μου ένα ένα
μα τ’ αποτέλεσμα που παίρνω είναι κανένα
είναι τα άστρα σ’ ουρανό χωρίς φεγγάρι
γυμνή η νύχτα αγκαλιά δεν θα μας πάρει

παίρνω μια ανάσα στο σοκάκι που διαβαίνω
είναι στενό και όλο κλείνει δεν προφταίνω
να βγω απ’ έξω απ’ του μυαλού μου τα παιχνίδια
μα εκεί ατέρμονα ακροβατώ σ’ αποκαΐδια

θα ‘θελα να ‘μαι στ’ όνειρο σου


θα ‘θελα να ‘μαι στ’ όνειρο σου
όταν τα βράδια θα κοιμάσαι στο πλευρό σου
νύχτα να μπαίνω σα το κλέφτη εκεί κοντά σου
να ξημερώνομαι πρωί στην αγκαλιά σου

όταν τα μάτια σου θ' ανοίγεις θα ξυπνάς
η νύχτα να μιλάει όλο για μας
αγάπες κι έρωτες σε τόπους μακρινούς
να ταξιδεύει τη νυχτιά παντού ο νους

όσα η μέρα μας αρνείται να μας φέρει
να 'ρχεται βράδυ με τ' ονείρου σου τ' αγέρι
μέσα στα μάτια τα κλειστά τα στερημένα
να ξημερώνει η αγάπη μου για σένα

κλείσε τα μάτια η νυχτιά να μου χαρίσει
όσα θα φέρει με το γέρμα της η δύση
και το πρωί που άλλη αυγή θα ξημερώσει
λίγο ο πόθος μου να έχει ημερώσει

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

είναι του έρωτα η σιωπή

είναι του έρωτα η σιωπή
τα αμήχανά μου βράδια
μια πληγή που αιμορραγεί
σε μοναχικά σκοτάδια

φως που πέρασε και κλείνει
χαραμάδες στην αυγή
και βαθιές πληγές αφήνει
μες της μνήμης τη ροή


όλα γύρω ένας τυφώνας
νηνεμία κέντρο εγώ
άναρχος σαν κυκεώνας
το θολό μου το μυαλό

της ζωής μου γεγονότα
τρέχουν έχουνε ρυθμό
άλαλα ηχούν τα λόγια
άπραγος τ' ακολουθώ

φυλακή ή σ' εξορία
δικασμένη η καρδιά
με μια δύσβατη πορεία
μοναχή ασφυκτιά

μοιάζει η στιγμή μ' ανέμη
που ανασύρει απ τα παλιά
κι η καρδιά στο βάθος τρέμει
μια παγώνει ,μια ριγά

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Στο περιβόλι της σιωπής


Κοιτάζω πώς τα μάτια σου
μου χτίζουνε χαμόγελα στα χείλη
και πως η εύγλωττη σιωπή
μιλάει στη καρδιά μου.
Θαρρείς κρατούνε το κλειδί
εκείνο που ταιριάζει
στης ευτυχίας τη πόρτα
και πως η κάθε τους ματιά
διάπλατα την ανοίγει .
Άλαλη ως τότε η χαρά
παίρνει μορφή και λόγο.
Στο περιβόλι της σιωπής
με της καρδιάς το χτύπο
έστησαν τώρα οι δυό χορό
κι εγώ ακολουθώ .


..αχ τα μάτια σου πως ρίχνουν
άγκυρα μες τα δικά μου
σαν βαρκούλες τώρα δείχνουν
στο λιμάνι της καρδιάς μου

πόσα φέρνουν και αφήνουν
όνειρα κρυφά κι ελπίδες
ταξιδιώτες με γυρίζουν
σε νοσταλγικές πατρίδες

μεσοπέλαγα με βγάζουν
στης καρδιάς μου τα ανοιχτά
σε διλλήματα με βάζουν
του ερωτά σου τα πανιά

και ο λογισμός μου τρέχει
την αγάπη να βρει
κει που έχεις πρώτη θέση
στη καρδιά μου , στη ψυχή

αχ τα μάτια σου πως λένε
λόγια ανείπωτης σιωπής
βάζουνε φωτιά και καίνε
μιά καρδιά που αιμορραγεί

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

εκεί στα βάθη της καρδιάς που η λογική δεν φτάνει


έλα και πες μου ποιος θεός θα μας κρατήσει μακριά
και την αγάπη μας θα κόψει δυό κομμάτια
σε πέλαγα μονάχοι να αρμενίζουμε ανοιχτά
γεμίζοντας τις θάλασσες με δάκρυα απ τα μάτια

ποιος έρωτας αγάπη μου θα αρνηθεί
στους λαβωμένους απ τα βέλη του λιμάνι
την αγκαλιά του στην αγάπη μας να κοιμηθεί
ετούτη τη νυχτιά καιρός να μην τη πιάνει

αύριο και πάλι το πρωί ήλιος σαν ξημερώσει
την πλώρη μας και τα πανιά απ τις βολές του ανέμου
τις καταιγίδες τις βροχές που η ζωή θα δώσει
σα βγούμε πάλι στ ανοιχτά κάνε ν’ αντέξει θε’ μου

είναι ετούτα τα σκαριά χιλιοταξιδεμένα
σε θάλασσες και από στεριές πολλές έχουν περάσει
κι έχουν στ’ αμπάρια τους πολλά βάσανα φορτωμένα
θέλει τα βράδια η καρδιά λιμάνι για να ξαποστάσει

κι είναι τα μάτια σου κυρά άγκυρα στη καρδιά μου
τα χάδια σου κι η αγκαλιά απάγκιο και λιμάνι
μέσα τους και με δυό φιλιά ξυπνάνε τα όνειρά μου
εκεί στα βάθη της καρδιάς που η λογική δεν φτάνει

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Μήνα Δεκέμβριο , τότε που άρχιζα να ζω .


Κι αφού απόψε δεν μπορώ
γιατί είσαι μακριά μου
να σου λεηλατώ,
την κάθε του κορμιού σου σπιθαμή
θα σου λεηλατώ τις σκέψεις σου
με λόγια ερωτικά
και θα κυριαρχώ των αισθημάτων σου.

Κοίτα .

Είναι ο έρωτας που ζει
και δεν του βάρυνε τα βλέφαρα ο ύπνος .

Ούτε του κούρασε ο χρόνος τη ματιά .

Έχει την ίδια λάμψη
όπως όταν σε πρωτοαντίκρυσε να έρχεσαι .

Θυμάσαι ;

Με τα μακριά σου κόκκινα μαλλιά
ηλιοβασίλεμα να κουβαλάς στη πλάτη
κι ύστερα με το βλέμμα σου με σταύρωσες.

Ανοίξανε οι ουρανοί και έβρεχε .

Κι εμείς οι δυό
κάτω απ’ τη βροχή
με βλέμματα καρφιά
ανοίγαμε πληγές .

Θαρρείς πως έβρεχε αγάπη ο ουρανός .

Μουσκέψαμε ως το κόκαλο .

Τα αισθήματα αιμορραγούσαν γύρω μας
στον αέρα αποζητώντας λύτρωση .

Απ’ το μαρτύριο του σταυρού .

Μ’ ένα φιλί .

Σημάνανε η καμπάνες την ανάσταση .

Μήνα Δεκέμβριο , τότε που άρχιζα να ζω .

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010


σαν του ρολογιού τους δείχτες
που γυρίζουνε τις νύχτες
της καρδιάς μετρώντας χτύπους
κάνει η μορφή σου κύκλους

προσπαθώντας να χωρέσει
σ’ αδιέξοδα και σκέψεις
μες σε δεύτερα σιωπής
ώρες μου μετρά φυγής

μα ο χρόνος σου με ζώνει
τη σιωπή μου βεβηλώνει
σου μιλώ, δεν βγάζεις λέξη
πόσο η καρδιά ν’ αντέξει

μέσα από άδειους τοίχους
ψάχνοντας δικούς σου ήχους
μοιάζει η νύχτα φυλακή
κάγκελα και γύρω εσύ

σαν του ρολογιού τους δείχτες
που γυρίζουνε τις νύχτες
κουρδισμένες αναμνήσεις
περιμένουν να γυρίσεις

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

μες σε φωνές και φασαρία


Αργό το βήμα μου στα πόδια
το βλέμμα άδειο και θλιμμένο
ντυμένος με μια στενοχώρια
και το κεφάλι μου σκυμμένο

βαδίζω σε γεμάτους δρόμους
μες σε φωνές και φασαρία
μες στου μυαλού μου τους διαδρόμους
σε πλήθος σκέψεων κι ησυχία

σε πολυσύχναστα σοκάκια
ίχνη της μνήμης αφημένα
και σ αδιέξοδα στενάκια
ακολουθώντας περασμένα

εικόνες πάζλ μιάς ευτυχίας
ανακαλώντας αναμνήσεις
μιάς τεθλασμένης συγκυρίας
ψάχνοντας κάποιες εξηγήσεις

πώς ένα όνειρο μια αγάπη
δυό μάτια κι ένα παθιασμένο στόμα
απόμεινε μια χούφτα στάχτη
και μια πλευρά άδεια στο στρώμα

φιλί ζωής που ήταν υγρό
γέλιο στα χείλη κρεμασμένο
έγινε άγαλμα κυρτό
άκαμπτο ακίνητο θλιμμένο

δικάζω απόψε μιάν αγάπη
ένοχη κρίνεται για φόνο
θύματα θύτες μου και πάθη
μήπως και βρω το δολοφόνο

μάταια ψάχνοντας αιτία
κάτι να βρω για να σταυρώσω
βλέπω στο τέλος μόνο μία.
Τον εαυτό μου θα σκοτώσω

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

έλα και πες μου σ’ αγαπώ


έλα και πες μου σ’ αγαπώ
στα μάτια μέσα κοίταξέ με
στο μαγικό σου το βυθό
έλα και βύθισέ με

άνοιξε αγάπη μου φτερά
χτυπάει τη πόρτα η καρδιά
πιάσε με , κράτα με γερά
ταξίδεψέ μου τη ματιά

κάτω ψυχή μου μην κοιτάζεις
βάλε το βλέμμα σου ψηλά
δώσ’ μου το χέρι μην τρομάζεις
ξέρει η αγάπη να πετά

έλα περνάει η ζωή
η αγάπη δίπλα μας προσμένει
με μια αγκαλιά , σ’ ένα φιλί
εμάς να περιμένει

δώσ’ μου ένα βλέμμα σου γι αρχή
και κοίτα στο δικό μου
πως μια ματιά σου ερωτική
ξυπνάει τ’ όνειρό μου

ύστερα άκου απ’ τη σιωπή
των στεναγμών τον ήχο
μοιάζει θαρρείς με μουσική
που λαχταράει στίχο

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

η λέξη σ’ αγαπώ


εγώ θα σου μιλάω με τους στίχους μου
τα λόγια μου θα παίρνω απ’ τη σιωπή σου
θα γράφω απ’ τη καρδιά μου με τους χτύπους μου
τη λέξη σ’ αγαπώ μες στη ζωή σου

τα βράδια μου θα είναι αξημέρωτα
τα χάδια μου θ’ αφήνω στο κορμί σου
θα γράφω με ιδρώτα και με έρωτα
τη λέξη σ’ αγαπώ μες τη ψυχή σου

τις μέρες θα ανασαίνω απ’ την ανάσα σου
τραγούδι θα την κάνω την φωνή σου
θα γράφω με το πάθος μου στα χείλη σου
τη λέξη σ’ αγαπώ σ’ ένα φιλί σου

τον κόσμο θα κοιτώ μέσα απ’ τα μάτια σου
το τώρα μου θα ζω μόνο μαζί σου
θα γράφω μες του χρόνου τα κιτάπια σου
τη λέξη σ’ αγαπώ στη θύμησή σου

εγώ θα σου μιλώ μα η αγάπη μου
θα είναι που θα λέει κάθε λέξη
στο χρόνο τη φθορά η κάθε πράξη μου
η λέξη σ’ αγαπώ θα την αντέξει

σ’ αυτή ή σε επόμενη ζωή


Το σώμα να σου δώσω και ψυχή
το αίμα που στις φλέβες μου κυλάει
σ’ αυτή ή σε επόμενη ζωή
να νιώθω το κορμί που τα φοράει

Αν ήταν να μην ξαναγεννηθώ
και μέσα σου να κατοικήσω
μέσα απ τα μάτια σου να ζω
σαν αίμα στη καρδιά σου να κυλήσω

το χτύπο σου να νιώθω σα δικό μου
να ζω με την ανάσα που ανασαίνεις
στα μάτια σου να βλέπω τ’όνειρό μου στο γέλιο σου να ζω,να μ’
ανασταίνεις

σαν μια καρδιά
σαν μια ψυχή
σαν ένα σώμα
μια ζωή
που πόθησα μαζί σου
να την έχω
κι αυτή ακόμα τη ζωή
για σένα θα θυσίαζα
μέσα από σένα να την έχω

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

τα άγρυπνα τα βράδια της φυγής


τα άγρυπνα τα βράδια της φυγής
σε σκέψεις που ατέρμονα γυρίζουν
στο κέντρο μιάς ακένωτης πληγής
θηλιά τα αδιέξοδα με πνίγουν

δωμάτιο με αέρα λιγοστό
σε δόσεις το οξυγόνο ,τελειωμένο
μια ασφυξία κι ένα ατελείωτο κενό
ισόποσα στο χρόνο μοιρασμένο

η σφήγκα μες τα μάτια μου στοιχειώνει
η λύση μια απέραντη σιωπή
το βράδυ ,το πρωί δεν ξημερώνει
στο μόνιτορ ευθεία η γραμμή

κι εγώ μες της αγρύπνιας τον αέρα
ασθμαίνοντας ζωή απ τη μορφή σου
αυγή παίρνω το πλήρωμα της μέρας
τη νύχτα να χαθώ στη φυλακή σου

στα άλυτα γυρεύοντας μια λύση
το ίσον παραμένει μια απορία
στο που το εκκρεμές θα σταματήσει
να δώσει το μυαλό μια πορεία

οι δείχτες της καρδιάς ναυαγισμένοι
επάνω ακριβώς στη θύμησή σου
οι χτύποι της σε κύματα ριγμένοι
παλεύουν για να βγούνε στο νησί σου

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

δως μου το χέρι σου


δως μου το χέρι σου
και μη σε νοιάζει
ακουμπά πάνω μου
όταν βραδιάζει

άσε τις σκέψεις σου
στην αγκαλιά μου
κλείσε τα μάτια σου
κι έλα κοντά μου

πήρα απ’ το σύννεφο
κάθε σου σκέψη
πάνω στα βλέφαρα
πια δεν θα βρέξει

έλα αγάπη μου
δως μου το χέρι σου
άσε με μάτια μου
να γίνω αστέρι σου

ο κόσμος γύρω μας
μια μοναξιά
έπεσε ο κλήρος μας
μες στη καρδιά

ξέρει ο χτύπος της
το κάθε δάκρυ
μέσα στα μάτια της
να κάνει αγάπη

πήρε το χρώμα σου
ο ουρανός
κι έγινε ο κόσμος μας
πιο φωτεινός

έχουν οι νύχτες μας
βγάλει φεγγάρι
να βλέπει ο έρωτας
για να μας πάρει

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

βάλε στη θύμηση κρασί


δεν είσαι απόψε μάτια μου εδώ
κι εγώ μονάχος λαχταρώ
στη σκέψη μου να ‘ρθω να σ’ αγκαλιάσω
κλείνω τα μάτια και κοιτώ
σε ποια γωνιά σε ποιο στενό
σε ποιο του χρόνου σου κενό
να ‘ρθω να απαγκιάσω

βάλε στη θύμηση κρασί
απόψε θα ‘χουμε γιορτή
ν’ ανοίξουμε τις πόρτες μας καρδιά μου
ντύσου και βάλε τα καλά
άσε τα φώτα ανοιχτά
και τα κλειδιά στη πόρτα
θα ‘ρθει η αγάπη στα όνειρα μου

όχι, δεν θα πλαγιάσουμε μαζί
δεν θα της δώσουμε φιλί
ένα ποτήρι όνειρο θα πιούμε και θα φύγει
μεσάνυχτα θα έρθει να μας βρει
θα μείνει μέχρι την αυγή
ο ύπνος θα μας κάνει το χατίρι
κλείσε τα μάτια σου κι η ώρα είναι λίγη

πάμε να βρούμε τ’ όνειρό μας
το σπλάχνο μας απ’ το πλευρό μας
αυτό που κάνει τη καρδιά μας να χτυπάει
να ζαλιστούμε απ’ το κρασί
και την ακόπαστη γιορτή
που ‘χουμε μέσα στη ψυχή
ν’ αφήσουμε το αίμα της ,μέσα μας να κυλάει

βγάζουν τα μάτια μου απόψε μια λαχτάρα


βγάζουν τα μάτια μου απόψε μια λαχτάρα
που μου τρυπάει τη καρδιά μου σα καρφί
μα έχει τα χέρια μου δεμένα μια κατάρα
να στέκουνε ανήμπορα κλειστά σε φυλακή

πίσω απ’ τα κάγκελα μετράω αποστάσεις
εκτίοντας της μοίρας μου επίπονες ποινές
το νου μου βάζοντας να κάνει διατάσεις
ρουφώντας δυό ανάσες απ το χτες

στη μνήμη μου σε ένα μικρό επισκεπτήριο
τα βράδια της ατέλειωτης φυγής
μου δίνει η μορφή σου το εισιτήριο
να βγαίνω από τον κόσμο της σιωπής

βγάζουν τα μάτια μου απόψε μια λαχτάρα
πως θα ‘θελαν μου λέν’ να σε αγγίξουν
με χάδια να ξορκίσουνε την άδικη κατάρα
μες σε φιλιά της φυλακής τα κάγκελα να ρίξουν

Επιθυμώ


Απόψε η νύχτα ξετυλίγει το κουβάρι
σε μιά αρχή , σε μιά ματιά, σ' ένα φιλί
σε όλα εκείνα που η στιγμή τους μου 'χε πάρει
καρδιά μυαλό , μαζί και λογική

Σε μια κλωστή από στιγμές πλεγμένη
εγώ κι εσύ, με της αγάπης μας το νήμα
επάνω στο βελόνι του έρωτα δεμένοι
κεντάμε στη ζωή, του χρόνου μας το ντύμα

Σε ένα κουβάρι η αγάπη τυλιγμένη
σ’ ένα πιθάρι οι στιγμές μας φυλαγμένες
με μια ματιά στο μέλλον να προσμένει
όσες ακόμα η ζωή ,δεν έχει υφασμένες

Κι όταν η θύμηση ανοίγει το πιθάρι
το άρωμά σου αναδύει μια μορφή
λίγο η νύχτα , λίγο η κλωστή και το φεγγάρι
μοιάζει η καρδιά μου ανθισμένο γιασεμί

Ελπίζοντας το πέπλο που θα πλέξει
ριγμένο μες του χρόνου μας το βάθος
να ‘ναι ζεστό και η ομορφιά του να αντέξει
έως το τέλος των στιγμών, στις πλάτες μας το πάθος
----------------------------------------------------------------------------------------------
Επιθυμώ .

Είναι που βλέπω μες τα μάτια σου ένα όνειρο
είναι που το φιλί στα χείλη σου, μου σταματάει το χρόνο
είναι που σαν κοιτάζω μέσα σου
γεννάει το βλέμμα μου , στο χάος μου ένα κόσμο.
Και δεν μπορώ το αύριο
μέσα σ’ αυτό το πάθος της στιγμής
με μια λαχτάρα στη καρδιά ,να μην προσμένω.
Να ονειρευτώ τον έρωτα
που οι στάλες του ιδρώτα μας στο μέτωπο
στέκουν νωπές να μαρτυρούν
τα ίχνη τους, πως σε κορμιά προσπέλασαν.
Μεγάλη η φλόγα της στιγμής μας τώρα
σα το ξερόκλαδο καίγεται το κορμί μου.
Στις στάχτες και στα αποκαΐδια μου
ανάβει της λαχτάρας μου η φλόγα .

Μαζί σου ως το τέλος μου
να κάψω τη ζωή μου.
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, δεν αργεί


μια καλημέρα σε χαρτί
και κάπου ανάμεσα σε άλλες εκατό
δεχόμενος χιλιάδες επιθέσεις
απ’ της καρδιάς μου το ρυθμό

που προσπαθώντας για να βάλει τάξη
σε απουσία και κενό
κατηγορώ μου έχει συντάξει
με ένα άρρυθμο ρυθμό

σώπα καρδιά μου μη φωνάζεις
κάνε το πόνο σου πηγή
πιάσε το δάκρυ σου που αδειάζεις
πότισε την αγάπη υπομονή

σώπα λοιπόν και μην φωνάζεις
μην τη φοβάσαι τη βροχή
αυτή η καρδιά που σ’ αγκαλιάζει
κρύβει μια αγάπη δυνατή

θυμήσου η μέρα που βραδιάζει
μέσα στης νύχτας τη σιγή
το πέπλο αυτό που σε σκεπάζει
θα το τραβήξει η χαραυγή

θα ξημερώσεις σ’ ένα βλέμμα
πιάσε μολύβι και χαρτί
γράφε για μάτια αγαπημένα
θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, δεν αργεί

και περιμένω


έτσι απλά ,κοιτάω ξανά τους λεπτοδείκτες
το χρόνο που κυλάει παρατηρώ
και ψάχνω σε σκιές τις άδειες νύχτες στους χτύπους της καρδιάς και στο κενό

γυρνάς ,μες το μυαλό μου
το τόπο αψηφώντας
δίνοντας χρώμα στο όνειρό μου
τα αισθήματα μου ψηλαφώντας

σε σκέφτομαι
σε μια ατέλειωτη σιωπή
σε ένα αναπάντητο γιατί
μέσα σε σκέψεις δίχως αποδέκτη

σε δέχομαι
όπως σε φέρνει η στιγμή
έτσι απλά και δίχως εξηγήσεις
μου περιττεύουνε οι λέξεις

φυλάω
λίγη αντοχή που παίρνω απ το φιλί σου
μια προσμονή και μια ανάμνηση
που φέρνει η θύμησή σου

και περιμένω
πότε ξανά θα ‘ρθει
πάλι εκείνη η στιγμή
λίγη ζωή απ τη ζωή να μοιραστώ μαζί σου

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

για πες μου πώς ...


πώς μες τα μάτια σου να δω
και πίσω μου μία αγάπη να αφήσω
πώς να χωρίσω εγώ στα δυό
μία καρδιά και ένα χτύπο

τα μάτια μου να πάρω απ το φως
με μιας και να τα στέψω το σκοτάδι
πώς νάβρω τρόπο , πώς αλλιώς
τη μέρα μου να μην τη κάνω βράδυ

ακροβατώ σε μια κλωστή
το βάρος μου ελπίζοντας ν’ αντέξει
με λαβωμένη αντοχή
έχοντας για κουράγιο μία λέξη

θα σ’ αγαπώ για μια ζωή
σε μια ζωή που η λογική έχει στενέψει
θα σ’ ανασαίνω στη στιγμή
σε μια στιγμή που τη καρδιά μου έχει κλέψει

σε μια ανάσα κι ένα δάκρυ
σ’ ένα φιλί και σε μία λύπη
σ’ όσα μου φέρνει η αγάπη
και σ’ όλα κείνα που μου παίρνει όταν λείπεις

πώς μες τα μάτια σου να δω
και να σου πω, πως πρέπει να σ’ αφήσω
κι ύστερα να υποσχεθώ
με μια ματιά , περίμενέ με, θα γυρίσω

πώς να αντέξω να στο πω
πώς να τ’ αντέξει η καρδιά μου
μακριά και χώρια σου να ζω
μα πάντα μέσα μου να ζεις κοντά μου

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

σ’ ένα παράλογο χορό




σ’ ένα παράλογο χορό
με βήμα σαστισμένο
με ένα ξάγρυπνο ρυθμό
τα βράδια σ’ ανασαίνω

και κει που ανάσα πάει να βγει
να ζω ή να πεθαίνω
με ξημερώνει η αυγή
στη σκέψη σου δεμένο

γίναν τα βράδια φυλακή
κι εσύ πυγολαμπίδα
να χάνεσαι κάθε πρωί
να σβήνεις την ελπίδα

πόσα τραγούδια να σου πω
πόσα να σου χορέψω
δίχως τα μάτια π’ αγαπώ
πόση ζωή να κλέψω

μες της αγρύπνιας τον αέρα
που ανασαίνω απ’ τη μορφή σου
παίρνω το πλήρωμα της μέρας
βράδυ να βρω τη φυλακή σου

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Θα σ αγαπώ.


Θα σ αγαπώ.
Ψάξε μες στη καρδιά σου για να βρεις,
στο σ’ αγαπώ μου, που θα δώσεις θέση .

Θα σ αγαπώ,
όπως ο ψίθυρος της πρώτης σκέψης
σπάει του νου μου τη σιωπή.

Θα σ αγαπώ ,
όπως το όνειρο που είχες πρωτοπιστέψει
κάπου ανάμεσα σε σούρουπο κι αυγή.

Θα σ αγαπώ,
μέσα σε εικόνες σε κορυφογραμμές και λέξεις
στου ερωτά σου τη φυγή.

Θα σ αγαπώ,
σα τη βροχή που το νερό σου έχει κουρσέψει
τη διψασμένη μου τη γη.

Θα σ αγαπώ,
όπως το φως που αγκαλιάζει την ημέρα
στου ορίζοντά μου τη γραμμή

Θα σ αγαπώ,
όπως ο ήχος γοητεύει την φλογέρα
και γίνεται ο έρωτας κραυγή .

Θα σ αγαπώ,
μες στης αγρύπνιας τον αέρα
που ανασαίνει απ τη δικιά σου τη μορφή.

Θα σ αγαπώ,
σα το τρελό που η λογική του έχει στερέψει
επάνω στων χειλιών σου το φιλί.

Θα σ αγαπώ ,
σα τη λαχτάρα που μου έχει σημαδέψει
το πεινασμένο μου κορμί.

Θα σ αγαπώ,
με ένα πάθος που κυλάει σαν το αίμα
στων αισθημάτων την αφή.

Θα σ αγαπώ ,
σα τον καρπό που έχει στα μάτια μου δοσμένο
η ανθισμένη σου ψυχή.

Θα σ αγαπώ.
Μη ξαναδώ τα μάτια σου ποτέ
να βγάζουν στενοχώρια.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

χείλια, χαμόγελα, όλα χώρια

κι όλο τραβώ και περπατώ
σε δρόμο δίχως τέρμα
τα βήματα σου ακολουθώ
τυφλός σ’ αυτό το τέλμα

στα όρια σου τα στενά
μες του μυαλού μου τις στοές
η θύμησή σου μου τραβά
τις τεντωμένες μου χορδές

τραγούδι μέσα μου αρχινά
νότες παράφωνες και φάλτσες
από τα μάτια μου περνά
η αγάπη σου με γυρισμένες πλάτες

απόηχος που όλο φθίνει
είδωλο άυλο θαμπό
και μια στο στόμα μου αφήνει
γεύση από έρωτα πικρό

μ' έχει δεμένο η στενοχώρια
πήρε τα σκήπτρα απ’ τη χαρά
χείλια, χαμόγελα, όλα χώρια
μοιάζουν με ρούχα δανεικά

και που να μπω ,που να χωρέσω
σε ποια βραδιά ,σε ποιο καημό
πώς μες στα στήθη μου να πλάσω
το ραγισμένο σου πυλό

σαν έπεσε η αυλαία


τα χείλη που φιλήθηκαν
και δυό ζωές ενώσαν
τώρα που λησμονήθηκαν
μάρμαρα γίνανε , πετρώσαν

αγάλματα αμίλητα
παράπονο το βλέμμα
χείλια κυρτά κι αφίλητα
με παγωμένο αίμα

τα χάδια μας τ’ ανείπωτα
κι οι όμορφες πτυχές
σκάβουνε στη καρδιά πληγές
σκαλίζουν αγωνίες

και κείνη η αγάπη μας
που άγγιζε τα άστρα
πέφτει , ματώνει το κορμί
στου χωρισμού τ’ αγκάθια

μέσα τους δρόμους τριγυρνά
στάζοντας μία θλίψη
σε σκέψεις και παραπατά
σε αγκαλιές που έχουν λείψει

σ’ έρωτες που ταξίδεψαν
σε θέλγητρα μοιραία
και μέσα μας παγίδεψαν
σαν έπεσε η αυλαία

κάθομαι και μονολογώ
σε σκέφτομαι και κλαίω
τα δάκρυα και τα σ’ αγαπώ
που έφταιξες , που φταίω

όλα μου γύρω μια θηλιά
μια ακονισμένη αγχόνη
κόβει στα δυό την αγκαλιά
η μοναξιά με ζώνει

μοιάζει ετούτη η φωνή
σαν συλημένος τάφος
και του έρωτα μας η στροφή
βουτιά σ’ αβυσσαλέο βάθος

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

σε χρώματα γκρι

είναι στιγμές
που δεν ξέρεις τι θέλεις
ποιος είσαι, τι κάνεις, που πάς
σε υγρές φυλακές
τα βράδια παλεύεις
κι ανάσες μετράς

είναι ρωγμές
που δύσκολα κλείνουν
του πόνου πληγές
το κατήφορο παίρνεις
το σώμα σου πνίγουν
σε μαύρες σκιές

σε συρτάρια κλεισμένα
στο χρόνο το ψεύτη
στο σήμερα, χτες
έχεις μέσα ριγμένα
δύο χτύπους στη τσέπη
ραγισμένες καρδιές

ο ορίζοντας γέρνει
στων ματιών μου τις άκρες
τις ζωές μας τις σκόρπιες
ο καημός σου μου παίρνει
καθώς πέφτούν οι μάσκες
το κλειδί απ τις πόρτες

έλα πες μου που πάμε
μοναχοί ακροβάτες
με ενοχή στις καρδιές
σε σχοινί περπατάμε
πληγωμένοι διαβάτες
μαυρισμένες ψυχές

κι όλο φεύγεις πηγαίνεις
το όνειρο σβήνεις
με ένα χι στη ζωή
σταματάς να ανασαίνεις
την αυλαία σου ρίχνεις
σε χρώματα γκρι

στου καιρού τις ρωγμές


μες το χρόνο το ψεύτη
στου καιρού τις ρωγμές
σε σπασμένο καθρέφτη
κυνηγώ τις σκιές

σε συρτάρια κλεισμένα
του μυαλού φυλακές
έχω μέσα ριγμένα
τις στιγμές απ το χτες

κι είναι κάτι φορές
που η μνήμη μου ανοίγει
ματωμένες πληγές
κι ένας πόνος με πνίγει

με τα μάτια κλειστά
τ' όραμα σου καθάριο
ξεπηδά στα κλεφτά
απ το χτες ως το αύριο

στης ζωής τι ροές
στου πελάγους τη δίνη
στις δικές σου εκβολές
τ όνειρό μου μ αφήνει

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

βόρεια με τη πλάτη στο βαρδάρη


είδα μες τα μάτια σου
όλα τα γινάτια σου
πήρα από τα χάδια σου
τ άστρα μες τα βράδια σου

κι ύστερα σεργιάνισα
σε μιά νύχτα μάγισσα
έγειρα σου μίλησα
και σε πρωτοφίλησα

πέρασες τα χέρια σου
κι αγκαλιές με κέρασες
κι ύστερα στα μάτια σου
τη ζωή μου στέριωσες

έβρεχε από πάνω ο θεός
μπόρα ξαφνική και αρχινούσε
ήταν ο δικός μας χαλασμός
στάλες η αγάπη και κυλούσε

μοιάζουμε μου έλεγες πολύ
άκουγα τον ήχο που ριγούσε
έσταζε απ το μέτωπο η βροχή
κι έκαιγαν τα χείλη που ακουμπούσε

χτίσαμε το πρώτο μας σκαλί
βάλαμε στον έρωτα λιθάρι
σφράγισε η αγάπη μια ζωή
βόρεια με τη πλάτη στο βαρδάρη

στην αγκαλιά σου κι ας χαθώ

στην αγκαλιά σου κι ας χαθώ
θέλω να ξαποστάσω
εκεί να ξαναγεννηθώ
τα μέσα μου δεσμά να σπάσω

κείνου του χρόνου τις πληγές
που μ άφησε ρυτίδες
να κλείσουνε σε αγκαλιές
όπως τα χέρια σου ελπίδες

κουράστηκα να τρέχω
να ψάχνω και να κυνηγώ
να χάνω και ν αντέχω
δυό μάτια για να αγαπώ

είναι βαριές οι μολυβιές
του χρόνου και πονάνε
τις λύπες μου και τις χαρές
στα ίχνη που τραβάνε

στην αγκαλιά σου μάτια μου
σβήνει η αγωνία
και στα φιλιά σου ανάσα μου
κοπάζει η τρικυμία

@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

σκορπίζουν στο δρόμο , το φόβο το τρόμο


σ αγαπώ στο κενό
σαν μιά σκόρπια ηχώ
λέξεις που υφαίνουν
και πίσω δεν φέρνουν
της ζωής το νερό

σαν τρύπια δισάκια
σε άδεια σοκάκια
σκορπίζουν στο δρόμο
τον φόβο τον τρόμο
και σέρνονται

φωνές δίχως τρένο
με βήμα θλιμμένο
μετρούν το κενό
σε άδειο σταθμό
το στόμα δεμένο

αγάπες θεριά
πληγές στη καρδιά
που στάζουνε αίμα
απ το δόλιο το ψέμα
με μιά μαχαιριά

κορμιά και ψυχές
σαν μαύρες σκιές
στη νύχτα κρυμμένες
με ράχες σκυμμένες
ξενυχτούν τις βραδιές

και όλα μιά μπόρα
σε μιά κατηφόρα
το όνειρο ζώνουν
βολές που σκοτώνουν
το αύριο τώρα

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

λείπεις θεέ μου


μακάρι να μπορούσα
λίγο το φόβο να σου πάρω απ το βλέμμα
θα σε κρατούσα
σε μιά αγκαλιά ,σφιχτά ,μακριά απ το ψέμα

καρδιά θλιμένη
και μάτια πλάνα
ζαριά ριγμένη
σε πόθου αλάνα

βαριά η νύχτα
το φως αργεί να βγει να ξημερώσει
και μία πίκρα
μιά απουσία, σε έχει μέσα της διπλώσει

καρδιά στενάζει
ψάχνει να βρει
και το μαράζι
μονολογεί

που να σαι τώρα
στα μάτια σου ποια θλίψη κρεμασμένη
ξεσπάει μπόρα
κι έχει στα μαύρα τη καρδούλα σου ντυμένη

μιά ματιά σου
πως με αγγίζει
λείπεις θεέ μου
η ψυχή μου ελπίζει

μακάρι να μπορούσα
λίγο το φόβο να σου πάρω απ το βλέμμα
να σε φιλούσα
απ το ξημέρωμα ,μέχρι του ήλιου να μας βρει το γέρμα

μιά απ τα μάτια σου φωνή

κι αν περπατούσα ,κι αν έλεγα πως ζούσα
λείπαν τα μάτια που αγαπούσα
ήταν το βήμα φυλακή
πίσω απ τα κάγκελα εσύ
κι εγώ δήθεν ελεύθερος
μα ήμουνα της μοίρας δέσμιος
με κυνηγούσε ο πόνος
της μοναξιάς που μ όριζε ο χρόνος

μία καρδιά που ήτανε κουρέλια
μακριά απ του έρωτα τα γέλια
και μιά αγάπη πόλεμος
μες σε δυό στήθια που τα μάτωνε ο όλεθρος
μόνη να αντέχει το ναυάγιο
δίχως προστάτη δίχως άγιο
στον άνεμο με μιά ψυχή σαν το φτερό
φύλλο, να παραπαίει στο καιρό

κείνος ο κόσμος της σιωπής
που στάθηκε εμπόδιο της φωνής
εκεί που η μοίρα μ έβαζε να ανήκω
κάπου ανάμεσα στου σκοταδιού τον ήχο
μία απ τα μάτια σου φωνή
ήρθε και γκρέμισε αγάπη μου το τοίχο
βγήκε απ τα στήθια μου κραυγή
το σ αγαπώ και φτιάχνει στίχο

είναι η αγάπη βλέπεις βάλσαμο
σα το νεράκι της πηγής
στο διψασμένο απ το χρόνο χώμα
που η μοίρα του , το χάραξε
κι η αγκαλιά σου ανάσα μου
στην ασφυξία της ζωής
πνοή κι ένα μπουκέτο χρώμα
στο χέρι σου που μ άγγιξε
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

άσε λίγο την αφή σου


στον καθρέφτη των ματιών σου
ψάχνω για να δω εικόνες
να διαβάσω το όνειρό σου
στης καρδιάς σου τους κανόνες

πόσο τα χουνε πονέσει
δάκρυα κόκκινα σαν αίμα
πόσα έχουνε χωρέσει
κρίματα άδικο και ψέμα

είναι που σε νιώθω βλέπεις
και με βλέφαρα κλειστά
είναι που διαβάζω λέξεις
μες σε όνειρα λευκά

κάτω απ τον ίδιο ήλιο
της καρδιάς μου τις αχτίδες
πόσα θέλω να σου στείλω
χάδια στων ματιών τις πύλες

δες τα χέρια μου τι λένε
νιώσε τα ακροδάχτυλα μου
πως σ αγγίζουνε και καίνε
απ τη φλόγα της καρδιάς μου

γείρε μέσα τους κι αφήσου
στου ονείρου μου τη δίνη
άσε λίγο την αφή σου
στης αγάπης μου τη κλίνη

δες, μαλάκωσε το βλέμμα
και χαθήκαν οι σκιές
στου ορίζοντα το τέρμα
γίναν άτονες γραμμές

μιά αγάπη ανατέλλει
μιά γλυκιά αναπνοή
στης καρδιάς μου τη κυψέλη
η βασίλισσα είσαι εσύ

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

να ξέρες πως με πονάει

να ξέρες πως με πονάει
που δε σε βλέπω
μα δε μπορώ να κάνω αλλιώς
κι αντέχω
μη με κοιτάς λοιπόν
που ανασαίνω
σε κάθε ανάσα μου
μακριά σου εγώ πεθαίνω

ότι κι αν πουν τα χείλη μου
μη τα πιστέψεις
τα λόγια της καρδιάς μου
ρώτα και τις σκέψεις
τα χέρια μου τα βράδια τα μοναχικά
να δεις πως τρέμουν
καθώς της απουσίας σου
το χάδι μου υφαίνουν

κι όσο τα μάτια μου
ανοίγω να σε δω
μοιάζει το βλέμμα μου
βουτιά να κάνει στο κενό
φέρνει στα βλέφαρα
ένα σύννεφο βροχή
μια μπόρα
και μια καταιγίδα στη ψυχή

τρέμω αγάπη μου πονώ
και σου φωνάζω σ αγαπώ
κοίτα ψηλά να δεις
το άστρο μου το φωτεινό
πως η σιωπή του γέμισε
το φως του με σημάδια
και πώς μακριά σου ξεψυχά
στης μοναξιάς τα βράδια

θα ρθεί αγάπη μου
θα ρθει
θα ξημερώσει το πρωί
μη το φοβάσαι αυτό το βραδύ
πιάσε το χέρι μου γι αρχή
γιατί είναι η ζωή μικρή
και μας αξίζει
αυτό το χάδι

θα ρθω απόψε
θα στο τραγουδήσω
θα ρθω στον ύπνο
να στο ψιθυρίσω
πως είσαι εσύ
της αλήθειας μου το αίμα
στου κόσμου αυτού του μάταιου
το ψέμα

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

νύχτες ασέληνες βαριές


πονάει μάτια μου η αγάπη
πονάει η καρδιά και σταματάει
μια μαχαιριά είναι στα βάθη
ο χωρισμός που τη χτυπάει

λείπουν τα μάτια που κοιτούσε
λείπει απ το σώμα τα οξυγόνο
αυτό στα χείλη που κρατούσε
γέλιο χαρά κι αγάπη μόνο

γίνονται άδεια όλα τα βράδια
νύχτες ασέληνες βαριές
λείπουν του φεγγαριού τα χάδια
θεριεύουνε στο νου οι σκιές

ξυπνούν αργά κάτι φαντάσματα
σέρνοντας πίσω αλυσίδες
έρωτες που έγιναν αγάλματα
στήνοντας στο μυαλό παγίδες

ξέφτια κουρέλια μιάς αγάπης
ρούχα που πέσανε στενά
φυλλομετρούν τις αποστάσεις
στ άδεια τα βράδια τα κενά

κι αυτό το πονεμένο βλέμμα
χάνεται μέσα σ ένα τέλμα
κάνει βουτιές μέσα στο ψέμα
ψάχνει το κάλπικο το κέρμα

χρήμα να βρει να εξαργυρώσει
λίγο το πόνο απ τα μάτια
λόγια πετάει να σκοτώσει
τα πονεμένα του κομμάτια

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

σ αγαπώ και σε σένα ανήκω


σ αγαπώ στης καρδιά μου το χτύπο
στου μυαλού τις ψηλές μου επάλξεις
ανασαίνω στης φωνής σου τον ήχο
στων ματιών τις δικές σου διατάξεις

σ αγαπώ και σε σένα ανήκω
στων χειλιών τις γλυκές σου επιτάξεις
ξεψυχώ στων χαδιών σου το ρίγος
στων χεριών που με έχουνε κάψει

προσπαθώ πως μου λείπεις να κρύψω
στο χαμόγελο που κρατάω μη σπάσει
ξεκινώ ένα φράγμα να στήσω
στων ματιών μου την άκρη μην φτάσει

ξεκινώ το φιλί μου ν αφήσω
στου έρωτά σου το τέρμα στη στάση
ν ανεβώ τ όνειρο μου να ζήσω
πριν τη νύχτα η αυγή να χαράξει

σε σένα που αγαπάω και μου λείπεις


σε σένα που αγαπάω και μου λείπεις
τις λέξεις μιάς καρδιάς σ’ αφιερώνω
τις δύσκολες τις ώρες που γυρίζεις
στο νου μου και στη σκέψη σου ματώνω

τα βράδια που κυλάς από τα μάτια μου
νερό και μια σταγόνα από αίμα
δακρύζουνε βροχή τα φυλλοκάρδια μου
χτυπάνε κεραυνοί το άδειο μου βλέμμα

ποια τύχη τον ορίζοντα μου έκρυψε
μου πήρε το χαμόγελο απ’ τα χείλη
τον ήλιο που με φώτιζε πού έβαλε
ποια μοίρα στη σκιά της μ έχει στείλει

μου λείπουνε τα μάτια σου που έβλεπα
κι ανάβαν τα κεριά μου ένα ένα
του πάθους η ανάσα μου που έκαιγα
στα χέρια που τυλίγανε εσένα

πού πήγε η φωνή σου και με άφησε
σε θάλασσα τη νύχτα δίχως φάρο
ποια ήταν η φουρτούνα που μ’ ανάγκασε
το πλοίο της σιωπής να κουμαντάρω

τα μάτια μου τα κλείνω και σ’ αισθάνομαι
καντήλι απ’ το λάδι της καρδιά μου
το φως σου να με καίει και να χάνομαι
να ζω και να πεθαίνω έρωτά μου

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

έτσι τα βράδια σε θυμάμαι


άλλη μια μέρα πέρασε
και ο καημός με κέρασε
σ ένα βαθύ ποτήρι
απ’ τη δική σου γύρη

η νοσταλγία μ’ άφησε
μία υγρή επιθυμία
στα χείλη μου σε κράτησε
σαν θεία κοινωνία

σε πίνω με τη σκέψη μου
βουτώ μες τη καρδιά μου
γέμισα το ποτήρι
που η θύμηση σερβίρει

ωρίμασες στα μάτια μου
σαν το παλιό κρασί
σε κράτησα στα βάθη μου
αγάπη μου υγρή

τώρα που είμαι μακριά σου
τα βράδια τα μοναχικά
πίνω μαζί σου στην υγειά σου
το μούστο σου απ’ τη καρδιά

έτσι τα βράδια σε θυμάμαι
με ξενυχτάς και δεν κοιμάμαι
έχω τα μάτια μου κλειστά
μα είσαι εσύ παντού μπροστά

έρωτας είναι και με πάει
καρδιά καρδιά μου κι αγαπάει
πώς πες μου να αντισταθείς
και πως στα δυό να μην κοπείς

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

το όνομά σου φυλαχτό

το όνομά σου φυλαχτό
μες στη καρδιά ζωγραφισμένο
να μην το πιάνει μάτι
το χω κρυμμένο μυστικό
στα βάθη μου είναι φυλαγμένο
μαζί μου με αγάπη

κι όταν το στόμα ψιθυρίζει
γράμμα το γράμμα τ’ όνομα σου
βγάζουν τα στήθη προσευχή
η σκέψη γύρω σου γυρίζει
ριγούν τα χείλη στ’ άγγιγμά σου
γίνεσαι υπόσχεση κι ευχή

θέλω να είσαι στη ζωή μου
μέσα μου γύρω μου παντού
γιατί μονάχα έτσι ζω
να σου το λέω είσαι η αρχή μου
σε θέλω εδώ κι όχι αλλού
να σου φωνάζω σ’ αγαπώ

πάλι απόψε μακριά μου
γίνετ’ η απόσταση φονιάς
ανάβει κόκκινα φανάρια
πράσινο έχεις στη καρδιά μου
του έρωτα σου ο βοριάς
μου δείχνει τα δικά σου αχνάρια

πόσο θα ήθελα να βρω
δύο φτερά και να πετάξω
να γίνω απόψε ένα πουλί
μια προσευχή για να σε δω
πόσα θεέ μου να σου τάξω
το βράδυ να μας βρει μαζί

πάρε με άνεμε βοριά
φύσα και πάμε εκεί ψηλά
φύλλο η καρδιά μου, σήκωσέ τη
άκου πως τρέμει σου μιλά
είναι η αγάπη μου μακριά
ψάξε και βρες τη , φίλησέ τη

στείλε της γράμμα τα φιλιά μου
είναι τα χείλη μου υγρά
έχουνε πάνω τ’ όνομά της
στέλνω κι αγάπη απ’ τη καρδιά μου
να ναι τα βράδια της ζεστά
να μην κρυώνει στα όνειρά της

πες της το πώς την αγαπώ
να ξέρει πως δεν είναι μόνη
πως θα χει δίπλα της εμένα
γη θα κινήσω και ουρανό
η απόσταση δεν με παγώνει
κι ας είν’ τα χέρια μου δεμένα

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

εκείνο του βοριά τ’ αγέρι


είναι οι ζωές μας τώρα πια πιασμένες χέρι χέρι
θαρρώ πως της ζωής μου ζω το πρώτο καλοκαίρι

ποιος θα το φανταζόταν πες μου ποιος
πως μάτια μου θα έβρισκα εσένα
ποια σίβυλλα και ποιος θεός ,άγγελος ποιος
θα μου ‘λεγε πως θα γινόμασταν οι δυό μας ένα

πως θα μπορούσα να το φανταστώ
τα μάτια σου πως θα με αγαπήσουν
και πως δυό στάλες δροσερό νερό
τη λίμνη της καρδιάς δροσιά θα μου γεμίσουν

κι εγώ να σ αγαπώ και να προσμένω
τη μπόρα της αγάπης σου νερό να φέρει
στα άδεια μου τα χέρια αγιασμένο
υγρό να βρέξει ένα φιλί εκείνο του βοριά τ’ αγέρι

στα χείλη κύλησες αργά σταλάζοντας ευτυχία
και ο καρπός μ’ αμέτρητα φιλιά στη μοναξιά ριζώνει
έτσι απλά σαν μια γλυκιά ωδή σαν μια απαγγελία
κι έκτοτε μάτια μου το δέντρο της αγάπης μας ψηλώνει

είναι τα μάτια μας κλειστά τα χέρια μας μπλεγμένα
ανάσες όνειρα φιλιά βαδίζουνε σε πέλαγα αφημένα

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

γιατί με κοίταξες


γιατί με κοίταξες
κι όσο κοιτώ τα μάτια σου
θα ταξιδεύω
γιατί σ’ αγάπησα
γιατί έτσι αγάπησα τον κόσμο όλο
γιατί εσύ τον είδες
το βλέμμα σου τον άγγιξε
κι έτσι αγάπησα τον ουρανό
αγάπησα τη νύχτα
το φεγγάρι
γιατί αγάπησα εσένα
κι εσύ τον είδες
και εγώ όπου κοιτάζω βλέπω εσένα
κι είναι ο κόσμος όμορφος
αυτός που άγγιξαν τα μάτια σου
αυτόν που βλέπω μέσα τους και έξω
γι αυτό και άλλαξε μορφή ο κόσμος
και πήρε τη μορφή σου
ύστερα που το βλέμμα σου με κοίταξε
τίποτα πια δεν θα ‘ναι ίδιο
ο ήλιος είναι ήλιος μου
η μέρα είναι μέρα μου
κι όλα κυλούν στο χρόνο σου
ύστερα που το βλέμμα σου τα είδε
κι εγώ ποτέ δεν θα ‘μαι ίδιος
γιατί με κοίταξες
γιατί σ’ αγάπησα

εσένα έχω στη ζωή


εσένα έχω στη ζωή
στη μνήμη μου στη θύμησή μου
όλα τα πάντα είσαι εσύ
αγάπη μου σε κουβαλώ μαζί μου

είσαι το χάδι στο κορμί
οι αισθήσεις στην αφή μου
το γέλιο μου και το φιλί
ψύχη κομμάτι απ’ τη ψυχή μου

όταν στα μάτια με κοιτάς
μιλάς με τη σιωπή μου
έρχεσαι αγάπη μου ξυπνάς
του πάθους τη κραυγή μου

ρίγος γεννάει η στιγμή
στα ακροδάχτυλά μου
είσαι του νήματος η αρχή
και ξετυλίγω τα όνειρά μου

κυλούν κι απ’ της ζωής το τόπι
του έρωτα σου η διαφάνεια
σαν φθινοπώρου πρωτοβρόχι
στα μάτια μου ξεπλένει την αφάνεια

πώς να στο πω, να στο φωνάξω
πως είσαι εσύ όλη η ζωή μου
πόσες φορές να σου το γράψω
πως σ’ αγαπώ Παρασκευή μου ..

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

σαν διεκδικείς πονάς,σαν μοιράζεσαι αγαπάς





σαν διεκδικείς πονάς

δάκρυ της καρδιάς μου δάκρυ
ποια χαρά ποιο μονοπάτι
έχεις πίσω σου αφήσει
και στα μάτια σου έχει δύσει

ποιο στρατί βαδίζεις μόνο
βήματα μετρούν τον πόνο
ποια της θλίψης τρέχει βρύση
και σε έχει πλημμυρίσει

ποια σε έχει βάψει αγάπη
σύννεφα μουντά και μαύρα
του ουρανού σου κάθε άκρη
κι η χαρά σου στέκει αλάργα

ποιο της μοναξιάς ποτάμι
γέμισες υγρό μου δάκρυ
και λυγίζεις σαν καλάμι
από του βοριά τ’ αγιάζι

ποια ζωή σε έχει αρπάξει
μες της μοίρας το αδράχτι
τα όνειρα που σου ‘χει τάξει
τα ‘καψε και γίναν στάχτη

δάκρυ των ματιών μου δάκρυ
στεναγμέ πικρό μου άχτι
κύλα στων ματιών την άκρη
μήπως και στερέψει η αγάπη..


σαν μοιράζεσαι αγαπάς

δάκρυ σ’ έκαψα μ’ αγάπη
πόνος δεν κυλάει στο μάτι
πήρα άλλο μονοπάτι
πάνω στης καρδιάς το άτι

έσκυψα μες τη καρδιά μου
για να δω τα όνειρα μου
τι ‘τανε που αγαπούσα
όλα αυτά που καρτερούσα

κοίταξα βαθιά στα μάτια
μες το βλέμμα που ριγούσα
ψάχνοντας να βρω κομμάτια
κι όλο πάνω μου χτυπούσα

μες το βάθος των ματιών σου
στο καθρέφτη των λυγμών σου
κάπου πίσω από σένα
είδα καθαρά εμένα

ήταν η δική μου αγάπη
που ‘χε καρφωθεί μ’ αγκάθι
λάθος ήταν το κενό μου
που σε νόμιζα δικό μου

κείνο που χάσκε μπροστά μου
σαν δεν ήσουνα κοντά μου
ήτανε το έλλειμμα μου
που ‘χα μέσα στη καρδιά μου

εαυτέ μου άγγελέ μου
δεν σ’ αγάπησα πολύ
τα φτερά μου ακριβέ μου
ψάχνα σ’ αλλουνού φιλί

δεν κατάλαβες καλέ μου
της αγάπης τη χαρά
δώρο δώσε τη χρυσέ μου
δώρο νιώσε τρυφερά

δίχως δάκρυα στα μάτια
δίχως χαρακιές και πόνο
χάδια της ψυχής σου χάδια
μες απ' της καρδιάς το τόνο

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

είσαι του πάθους καλπασμός


είσαι απάγκιο μες τ’ αγιάζι
του ήλιου η πορφυρένια δύση
άνεμος που καταλαγιάζει
στης αγκαλιάς τη βρύση

νερό στο διψασμένο μου κορμί
στο ηλιοκαμένο σώμα
δροσιά στα χείλη και φιλί
σπορά που λαχταρά το χώμα

ανθός κλωνάρι και βλαστός
έρωτας και αγάπη
των αισθημάτων ο καρπός
σε φιλντισένιο άτι

είσαι του πάθους καλπασμός
του πόθου μου το ρούχο
και της ψυχής αναβρασμός
όλα τα θέλω που ‘χω

μίας καρδιάς η επιθυμία
μείλιχο είσαι μυστικό
των οραμάτων μου η μία
τ’ όνειρο το μοναδικό

κι όπως η νύχτα που βραδιάζει
κι αρχίζει η σπορά των άστρων
έτσι η καρδιά μου με προστάζει
να άρχεσαι των δικών μου κάστρων

τα σ' αγαπώ μου είσαι εσύ


τα σ’ αγαπώ μου είναι η πένα
χέρι η καρδιά μου και σου γράφει
έρωτες ,δίχως αρχή και τέρμα
λέξεις με χτύπους της σου φτιάχνει

τα σ’ αγαπώ είναι καλέμι
λαξεύουν όμορφα καρδιές
τη μοναξιά τους στηλιτεύει
λειαίνει όλες τις πλευρές

τα σ’ αγαπώ είναι βροχή
μέσα μου και με κατακλύζουν
σπάει το φράγμα , η αντοχή
λέξεις υγρές με πλημμυρίζουν

τα σ’ αγαπώ είναι ψυχή
πνοή να δίνουνε στο σώμα
είναι η αιτία για ζωή
της ύπαρξης το άγιο δώμα

τα σ’ αγαπώ μου είσαι εσύ
ανάσα το φιλί στο στόμα
αιτία είσαι κι αφορμή
σ’ όσα περνούν κι όσα θα ‘ρθούν ακόμα

ξάφνου η αγάπη στη καρδιά χτίζει παλάτια


μάτια που ψάχνουν σε απέραντο κενό
τη καταχνιά να σβήσουν απ’ το βλέμμα
ψάχνουν να βρουν σ' αυτό το σ’ αγαπώ
ζωή στις φλέβες τους καυτό σαν αίμα

κι όλο το ψέμα που περνάει απ’ τα μάτια
γίνεται ρεύμα παρασύρει και σκοτώνει
μένουν τα μέλη παγωμένα και κομμάτια
χωρίς αγάπη η καρδιά να μαραζώνει

άκου ο χτύπος ,σταθερός μ' αργοπεθαίνει
όπως ο ήχος και η ηχώ του που όλο φθίνει
χάνεται τ’ όνειρο που όλο πάει μα ξεμακραίνει
να μαρτυράει όσα το βλέμμα μέσα κλείνει

τι πήγε λάθος συλλογιέται και ραγίζει
σπάει το πάθος σαν γυαλί χίλια κομμάτια
κι εκεί που η πίστη καταρρέει και γκρεμίζει
ξάφνου η αγάπη στη καρδιά χτίζει παλάτια

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

σαν αντικρίζει ένα του βλέμμα αγαπημένο


αν αγαπάς δεν έχει γκρίζο ο ουρανός
δεν έχουν σύννεφα του νου οι σκέψεις
έχει το βλέμμα λίγο απ το φως το γαλανό
λίγο κλεμμένο απ το μπλε που έχει πιστέψει

βλέπει τον ήλιο το πρωί πρώτη φορά
και τη νυχτιά σαν να μην πέρασε μιά μέρα
όπως κοιτάζει τα δυό μάτια που αγαπά
και του αγγίξαν τη καρδιά σαν τον αγέρα

έχει στη θάλασσα αγάπη για καράβι
ο έρωτα του ανοίγει τα πανιά
βάζει το πάθος για τιμόνι να τον βγάζει
βαθιά στο πέλαγος μακριά απ τη ξηρά

κι όπου το σώμα δεν αντέχει τις βολές του
σαν το σκαρί που περιμένει λαβωμένο
είναι η ψυχή που ατσαλώνει τις στιγμές του
σαν αντικρίζει ένα του βλέμμα αγαπημένο

μήπως ο φόβος με προφτάσει και σε κλέψει



κάτι στιγμές μονολογώ και συλλογιέμαι
πως θα αντέξει η καρδιά να μην σε βλέπει
νιώθω τη πίεση και υποχωρώ, τραβιέμαι
μήπως ο φόβος με προφτάσει και σε κλέψει

νιώθω βαρύ πως είναι το φορτίο
που κουβαλάμε πα στις πλάτες φορτωμένοι
και οι στιγμές που θα διανύσουμε κι οι δύο
χέρι το χέρι να μας βρουν καρδιά ενωμένη

ίσως και να ναι πια περαστική η μπόρα
μια καταιγίδα που θα λήξει πριν ξεσπάσει
πίσω απ τα σύννεφα οι μάγοι με τα δώρα
ίσως κρατούν λίγο απ’ τον ήλιο που χει χάσει

μένω μετέωρος με βλέμμα καρφωμένο
όπως το αίμα που μου πάγωσε στις φλέβες
για ένα δεύτερο μονάχα περιμένω
και ξεδιπλώνω της αγάπης μου τις βέργες

μοιάζουν ραβδάκια που όλο κάνουν μαγικά
μπορεί το τρίχωμα καμιά φορά να αλλάζω
μα ο λύκος, λύκος θα ναι πάντα στη καρδιά
και πάντα αγάπη για κραυγή εγώ θα βγάζω

ζωή μες των χειλιών τ’ αψιδωτά τα τόξα


ανάσα μες το γέλιο βαφτισμένη
ζωή μες των χειλιών τ’ αψιδωτά τα τόξα
απόσταγμα από όνειρα που μένει
μιά γεύση από έρωτα στεφανωμένη δόξα

είναι όλα τα χαμόγελα που αφήνει
το άγγιγμα στα φύλλα της καρδιάς
θροΐσματα ανέμου σε μια δίνη
που κύκλωσε αγάπη μου και μας

και κάπου στου χαμού τη καταιγίδα
ανάμεσα σε γέλια και φιλιά
πιασμένοι μες του κύκλου τη παγίδα
ο έρωτας τα βέλη του πετά

μας έβαλε αγάπη μου σημάδι
κοίτα πως τέντωσε των αισθημάτων τις χορδές
νιώσε το ρίγος της βολής στο χάδι
πως λεηλάτησε το σώμα τη ψυχή και τις καρδιές

μέτρα ψυχή μου της καρδιάς τα τραύματα
πόσο βαθιά λαβώσαν τις ματιές
από το αίμα στις πληγές πως ξεπηδούν τα θαύματα
και πως χαμογελούν οι αγκαλιές

και πες μου αν η ζωή είν’ ένα θαύμα
μιά χαραυγή ή ένα λιόγερμα στη δύση
αν όλο τούτο των ματιών το σάγμα
δεν το ‘χει κάποια αγάπη οδηγήσει

σαν όνειρα ξενιτεμένα

απ’ το μηδέν στο πουθενά
κι απ’ την αρχή στο τέλος
η θύμησή σου ξεπηδά
μες το μυαλό σαν βέλος

ρίχνει η καρδιά μου σαϊτιές
και πετυχαίνει κέντρο
κάτι μοναχικές βραδιές
μες της καρδιάς το δέντρο

ριγεί αγάπη μου ριγεί
βράδια το σώμα κι ψυχή
η θύμηση σου αιμορραγεί
δάκρυ κι αγάπη απ’ τη πληγή

είναι τα χέρια μου δεμένα
κι η αγκαλιά μου μένει άδεια
σαν όνειρα ξενιτεμένα
που τους στερήσανε τα χάδια

αργεί αγάπη μου αργεί
το φως να ‘ρθει να ξημερώσει
με τρεμοπαίζει η αυγή
στη μέρα να με παραδώσει

κι ώσπου να έρθει το πρωί
γίνονται οι εικόνες σου κομμάτια
τοίχοι που ορθώνουν φυλακή
δεσμά στα δακρυσμένα μάτια
//////////////////////////