Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

εκείνο του βοριά τ’ αγέρι


είναι οι ζωές μας τώρα πια πιασμένες χέρι χέρι
θαρρώ πως της ζωής μου ζω το πρώτο καλοκαίρι

ποιος θα το φανταζόταν πες μου ποιος
πως μάτια μου θα έβρισκα εσένα
ποια σίβυλλα και ποιος θεός ,άγγελος ποιος
θα μου ‘λεγε πως θα γινόμασταν οι δυό μας ένα

πως θα μπορούσα να το φανταστώ
τα μάτια σου πως θα με αγαπήσουν
και πως δυό στάλες δροσερό νερό
τη λίμνη της καρδιάς δροσιά θα μου γεμίσουν

κι εγώ να σ αγαπώ και να προσμένω
τη μπόρα της αγάπης σου νερό να φέρει
στα άδεια μου τα χέρια αγιασμένο
υγρό να βρέξει ένα φιλί εκείνο του βοριά τ’ αγέρι

στα χείλη κύλησες αργά σταλάζοντας ευτυχία
και ο καρπός μ’ αμέτρητα φιλιά στη μοναξιά ριζώνει
έτσι απλά σαν μια γλυκιά ωδή σαν μια απαγγελία
κι έκτοτε μάτια μου το δέντρο της αγάπης μας ψηλώνει

είναι τα μάτια μας κλειστά τα χέρια μας μπλεγμένα
ανάσες όνειρα φιλιά βαδίζουνε σε πέλαγα αφημένα

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

γιατί με κοίταξες


γιατί με κοίταξες
κι όσο κοιτώ τα μάτια σου
θα ταξιδεύω
γιατί σ’ αγάπησα
γιατί έτσι αγάπησα τον κόσμο όλο
γιατί εσύ τον είδες
το βλέμμα σου τον άγγιξε
κι έτσι αγάπησα τον ουρανό
αγάπησα τη νύχτα
το φεγγάρι
γιατί αγάπησα εσένα
κι εσύ τον είδες
και εγώ όπου κοιτάζω βλέπω εσένα
κι είναι ο κόσμος όμορφος
αυτός που άγγιξαν τα μάτια σου
αυτόν που βλέπω μέσα τους και έξω
γι αυτό και άλλαξε μορφή ο κόσμος
και πήρε τη μορφή σου
ύστερα που το βλέμμα σου με κοίταξε
τίποτα πια δεν θα ‘ναι ίδιο
ο ήλιος είναι ήλιος μου
η μέρα είναι μέρα μου
κι όλα κυλούν στο χρόνο σου
ύστερα που το βλέμμα σου τα είδε
κι εγώ ποτέ δεν θα ‘μαι ίδιος
γιατί με κοίταξες
γιατί σ’ αγάπησα

εσένα έχω στη ζωή


εσένα έχω στη ζωή
στη μνήμη μου στη θύμησή μου
όλα τα πάντα είσαι εσύ
αγάπη μου σε κουβαλώ μαζί μου

είσαι το χάδι στο κορμί
οι αισθήσεις στην αφή μου
το γέλιο μου και το φιλί
ψύχη κομμάτι απ’ τη ψυχή μου

όταν στα μάτια με κοιτάς
μιλάς με τη σιωπή μου
έρχεσαι αγάπη μου ξυπνάς
του πάθους τη κραυγή μου

ρίγος γεννάει η στιγμή
στα ακροδάχτυλά μου
είσαι του νήματος η αρχή
και ξετυλίγω τα όνειρά μου

κυλούν κι απ’ της ζωής το τόπι
του έρωτα σου η διαφάνεια
σαν φθινοπώρου πρωτοβρόχι
στα μάτια μου ξεπλένει την αφάνεια

πώς να στο πω, να στο φωνάξω
πως είσαι εσύ όλη η ζωή μου
πόσες φορές να σου το γράψω
πως σ’ αγαπώ Παρασκευή μου ..

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

σαν διεκδικείς πονάς,σαν μοιράζεσαι αγαπάς





σαν διεκδικείς πονάς

δάκρυ της καρδιάς μου δάκρυ
ποια χαρά ποιο μονοπάτι
έχεις πίσω σου αφήσει
και στα μάτια σου έχει δύσει

ποιο στρατί βαδίζεις μόνο
βήματα μετρούν τον πόνο
ποια της θλίψης τρέχει βρύση
και σε έχει πλημμυρίσει

ποια σε έχει βάψει αγάπη
σύννεφα μουντά και μαύρα
του ουρανού σου κάθε άκρη
κι η χαρά σου στέκει αλάργα

ποιο της μοναξιάς ποτάμι
γέμισες υγρό μου δάκρυ
και λυγίζεις σαν καλάμι
από του βοριά τ’ αγιάζι

ποια ζωή σε έχει αρπάξει
μες της μοίρας το αδράχτι
τα όνειρα που σου ‘χει τάξει
τα ‘καψε και γίναν στάχτη

δάκρυ των ματιών μου δάκρυ
στεναγμέ πικρό μου άχτι
κύλα στων ματιών την άκρη
μήπως και στερέψει η αγάπη..


σαν μοιράζεσαι αγαπάς

δάκρυ σ’ έκαψα μ’ αγάπη
πόνος δεν κυλάει στο μάτι
πήρα άλλο μονοπάτι
πάνω στης καρδιάς το άτι

έσκυψα μες τη καρδιά μου
για να δω τα όνειρα μου
τι ‘τανε που αγαπούσα
όλα αυτά που καρτερούσα

κοίταξα βαθιά στα μάτια
μες το βλέμμα που ριγούσα
ψάχνοντας να βρω κομμάτια
κι όλο πάνω μου χτυπούσα

μες το βάθος των ματιών σου
στο καθρέφτη των λυγμών σου
κάπου πίσω από σένα
είδα καθαρά εμένα

ήταν η δική μου αγάπη
που ‘χε καρφωθεί μ’ αγκάθι
λάθος ήταν το κενό μου
που σε νόμιζα δικό μου

κείνο που χάσκε μπροστά μου
σαν δεν ήσουνα κοντά μου
ήτανε το έλλειμμα μου
που ‘χα μέσα στη καρδιά μου

εαυτέ μου άγγελέ μου
δεν σ’ αγάπησα πολύ
τα φτερά μου ακριβέ μου
ψάχνα σ’ αλλουνού φιλί

δεν κατάλαβες καλέ μου
της αγάπης τη χαρά
δώρο δώσε τη χρυσέ μου
δώρο νιώσε τρυφερά

δίχως δάκρυα στα μάτια
δίχως χαρακιές και πόνο
χάδια της ψυχής σου χάδια
μες απ' της καρδιάς το τόνο

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

είσαι του πάθους καλπασμός


είσαι απάγκιο μες τ’ αγιάζι
του ήλιου η πορφυρένια δύση
άνεμος που καταλαγιάζει
στης αγκαλιάς τη βρύση

νερό στο διψασμένο μου κορμί
στο ηλιοκαμένο σώμα
δροσιά στα χείλη και φιλί
σπορά που λαχταρά το χώμα

ανθός κλωνάρι και βλαστός
έρωτας και αγάπη
των αισθημάτων ο καρπός
σε φιλντισένιο άτι

είσαι του πάθους καλπασμός
του πόθου μου το ρούχο
και της ψυχής αναβρασμός
όλα τα θέλω που ‘χω

μίας καρδιάς η επιθυμία
μείλιχο είσαι μυστικό
των οραμάτων μου η μία
τ’ όνειρο το μοναδικό

κι όπως η νύχτα που βραδιάζει
κι αρχίζει η σπορά των άστρων
έτσι η καρδιά μου με προστάζει
να άρχεσαι των δικών μου κάστρων

τα σ' αγαπώ μου είσαι εσύ


τα σ’ αγαπώ μου είναι η πένα
χέρι η καρδιά μου και σου γράφει
έρωτες ,δίχως αρχή και τέρμα
λέξεις με χτύπους της σου φτιάχνει

τα σ’ αγαπώ είναι καλέμι
λαξεύουν όμορφα καρδιές
τη μοναξιά τους στηλιτεύει
λειαίνει όλες τις πλευρές

τα σ’ αγαπώ είναι βροχή
μέσα μου και με κατακλύζουν
σπάει το φράγμα , η αντοχή
λέξεις υγρές με πλημμυρίζουν

τα σ’ αγαπώ είναι ψυχή
πνοή να δίνουνε στο σώμα
είναι η αιτία για ζωή
της ύπαρξης το άγιο δώμα

τα σ’ αγαπώ μου είσαι εσύ
ανάσα το φιλί στο στόμα
αιτία είσαι κι αφορμή
σ’ όσα περνούν κι όσα θα ‘ρθούν ακόμα

ξάφνου η αγάπη στη καρδιά χτίζει παλάτια


μάτια που ψάχνουν σε απέραντο κενό
τη καταχνιά να σβήσουν απ’ το βλέμμα
ψάχνουν να βρουν σ' αυτό το σ’ αγαπώ
ζωή στις φλέβες τους καυτό σαν αίμα

κι όλο το ψέμα που περνάει απ’ τα μάτια
γίνεται ρεύμα παρασύρει και σκοτώνει
μένουν τα μέλη παγωμένα και κομμάτια
χωρίς αγάπη η καρδιά να μαραζώνει

άκου ο χτύπος ,σταθερός μ' αργοπεθαίνει
όπως ο ήχος και η ηχώ του που όλο φθίνει
χάνεται τ’ όνειρο που όλο πάει μα ξεμακραίνει
να μαρτυράει όσα το βλέμμα μέσα κλείνει

τι πήγε λάθος συλλογιέται και ραγίζει
σπάει το πάθος σαν γυαλί χίλια κομμάτια
κι εκεί που η πίστη καταρρέει και γκρεμίζει
ξάφνου η αγάπη στη καρδιά χτίζει παλάτια

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

σαν αντικρίζει ένα του βλέμμα αγαπημένο


αν αγαπάς δεν έχει γκρίζο ο ουρανός
δεν έχουν σύννεφα του νου οι σκέψεις
έχει το βλέμμα λίγο απ το φως το γαλανό
λίγο κλεμμένο απ το μπλε που έχει πιστέψει

βλέπει τον ήλιο το πρωί πρώτη φορά
και τη νυχτιά σαν να μην πέρασε μιά μέρα
όπως κοιτάζει τα δυό μάτια που αγαπά
και του αγγίξαν τη καρδιά σαν τον αγέρα

έχει στη θάλασσα αγάπη για καράβι
ο έρωτα του ανοίγει τα πανιά
βάζει το πάθος για τιμόνι να τον βγάζει
βαθιά στο πέλαγος μακριά απ τη ξηρά

κι όπου το σώμα δεν αντέχει τις βολές του
σαν το σκαρί που περιμένει λαβωμένο
είναι η ψυχή που ατσαλώνει τις στιγμές του
σαν αντικρίζει ένα του βλέμμα αγαπημένο

μήπως ο φόβος με προφτάσει και σε κλέψει



κάτι στιγμές μονολογώ και συλλογιέμαι
πως θα αντέξει η καρδιά να μην σε βλέπει
νιώθω τη πίεση και υποχωρώ, τραβιέμαι
μήπως ο φόβος με προφτάσει και σε κλέψει

νιώθω βαρύ πως είναι το φορτίο
που κουβαλάμε πα στις πλάτες φορτωμένοι
και οι στιγμές που θα διανύσουμε κι οι δύο
χέρι το χέρι να μας βρουν καρδιά ενωμένη

ίσως και να ναι πια περαστική η μπόρα
μια καταιγίδα που θα λήξει πριν ξεσπάσει
πίσω απ τα σύννεφα οι μάγοι με τα δώρα
ίσως κρατούν λίγο απ’ τον ήλιο που χει χάσει

μένω μετέωρος με βλέμμα καρφωμένο
όπως το αίμα που μου πάγωσε στις φλέβες
για ένα δεύτερο μονάχα περιμένω
και ξεδιπλώνω της αγάπης μου τις βέργες

μοιάζουν ραβδάκια που όλο κάνουν μαγικά
μπορεί το τρίχωμα καμιά φορά να αλλάζω
μα ο λύκος, λύκος θα ναι πάντα στη καρδιά
και πάντα αγάπη για κραυγή εγώ θα βγάζω

ζωή μες των χειλιών τ’ αψιδωτά τα τόξα


ανάσα μες το γέλιο βαφτισμένη
ζωή μες των χειλιών τ’ αψιδωτά τα τόξα
απόσταγμα από όνειρα που μένει
μιά γεύση από έρωτα στεφανωμένη δόξα

είναι όλα τα χαμόγελα που αφήνει
το άγγιγμα στα φύλλα της καρδιάς
θροΐσματα ανέμου σε μια δίνη
που κύκλωσε αγάπη μου και μας

και κάπου στου χαμού τη καταιγίδα
ανάμεσα σε γέλια και φιλιά
πιασμένοι μες του κύκλου τη παγίδα
ο έρωτας τα βέλη του πετά

μας έβαλε αγάπη μου σημάδι
κοίτα πως τέντωσε των αισθημάτων τις χορδές
νιώσε το ρίγος της βολής στο χάδι
πως λεηλάτησε το σώμα τη ψυχή και τις καρδιές

μέτρα ψυχή μου της καρδιάς τα τραύματα
πόσο βαθιά λαβώσαν τις ματιές
από το αίμα στις πληγές πως ξεπηδούν τα θαύματα
και πως χαμογελούν οι αγκαλιές

και πες μου αν η ζωή είν’ ένα θαύμα
μιά χαραυγή ή ένα λιόγερμα στη δύση
αν όλο τούτο των ματιών το σάγμα
δεν το ‘χει κάποια αγάπη οδηγήσει

σαν όνειρα ξενιτεμένα

απ’ το μηδέν στο πουθενά
κι απ’ την αρχή στο τέλος
η θύμησή σου ξεπηδά
μες το μυαλό σαν βέλος

ρίχνει η καρδιά μου σαϊτιές
και πετυχαίνει κέντρο
κάτι μοναχικές βραδιές
μες της καρδιάς το δέντρο

ριγεί αγάπη μου ριγεί
βράδια το σώμα κι ψυχή
η θύμηση σου αιμορραγεί
δάκρυ κι αγάπη απ’ τη πληγή

είναι τα χέρια μου δεμένα
κι η αγκαλιά μου μένει άδεια
σαν όνειρα ξενιτεμένα
που τους στερήσανε τα χάδια

αργεί αγάπη μου αργεί
το φως να ‘ρθει να ξημερώσει
με τρεμοπαίζει η αυγή
στη μέρα να με παραδώσει

κι ώσπου να έρθει το πρωί
γίνονται οι εικόνες σου κομμάτια
τοίχοι που ορθώνουν φυλακή
δεσμά στα δακρυσμένα μάτια
//////////////////////////

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

έλα και κάψε τη βραδιά


νύχτα στα σκαλοπάτια σου
ξημέρωσε η ζωή μου
τ' άστρα σου μέσ' στα μάτια σου
ζώνουν τη θύμησή μου

έλα και κάψε τη βραδιά
έλα και βάλε μου φωτιά
στάχτη να αφήσουν τα φιλιά
και τα κορμιά μας λάβα

κι άσε να πάμε μακριά
δεν έχει λογική η καρδιά
έχει για νου μια αγκαλιά
δώσε σου λέει και τράβα

έχουνε κάτι οι νυχτιές
κάτι απ’ τα περασμένα
κυλούν στα μάτια μου αργές
κι έχουν το κάτι από σένα

ήσουν αγάπη μου εσύ
καρδιά ψυχή για μένα
ήρθες εσύ σε μια στιγμή
ήρθες ν’ αλλάξεις τα γραμμένα

ήσουν το χάδι το φιλί
ήσουν τα ξεχασμένα
του έρωτα σου η λογική
ήρθε και άλλαξε και μένα

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

εγώ ,ο θεός , κι εσύ τα όνειρά μου


θέλω να γίνω ουρανός
να ‘ρθω να σ’ αγκαλιάζω
κι ύστερα σαν μικρός θεός
το σύμπαν σου συνάζω

με ικεσίες μυστικές
στο άναρχο το χάος
και με δεήσεις μυθικές
σιμά μου σε φωνάζω

ήλιε πυρφόρε κι άστρο μου
έλα να σε κρατάω
στου ουρανού το κάστρο μου
να σε γλυκοφιλάω

αυγερινέ και πούλια μου
γλυκέ μου αποσπερίτη
μπες στης πνοής τη ρούγα μου
στου ανέμου μου την κοίτη

έλα και πιες αστροφεγγιές
και ασημί φεγγάρια
γείρε κοιμήσου σ’ αγκαλιές
στα πορφυρά μου χάδια

κι όπως θα είσαι εκεί ψηλά
μες το στερέωμά μου
θα σ’ αγναντεύει η βραδιά
εγώ ,ο θεός , κι εσύ τα όνειρά μου

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

μέσα σε μία αγκαλιά

μέσα σε μία αγκαλιά
πόσα να κρύψεις μυστικά
και πόσα να σου μαρτυρήσει
πίσω απ’ τα χέρια μια καρδιά
που ‘μαθε να κρατά σφιχτά
όσα ‘χει αγαπήσει

βράδυ Σαββάτου μου χτυπά
στα νυσταγμένα μάτια
μια αγωνία μου τη πόρτα
ξάγρυπνα χέρια μοναχά
και μια καρδιά κομμάτια
ψάχνει για νάβρει ρότα

μέσα σε μία αγκαλιά
τα όνειρα μου τα πολλά
που μάτωσε ο χρόνος
πέτρωσε πόνος η λαλιά
πάγος τα χέρια μου βαριά
κι άρρυθμος της καρδιάς ο τόνος

να κοιμηθούμε αγκαλιά
να σου φιλάω τα μαλλιά
να γίνουν όλα όπως πρώτα
να σε κοιμίζω με φιλιά
να είν’ τα φώτα όλα σβηστά
να ανοίξουμε του έρωτα τη πόρτα

μέσα σε μία αγκαλιά
πόσα να κρύψεις μυστικά
και πόσα να σου μαρτυρήσει
το βλέμμα μου που ξενυχτά
σ’ όσα η καρδιά μου λαχταρά
και δάκρυα το ‘χουν πλημμυρίσει

όταν μιλάς ..


όταν μιλάς …
ακούω τη γη που ανασαίνει
νιώθω το ψίθυρο του κόσμου
στη σιγαλιά που με σωπαίνει

όπου κι αν είσαι ερωτά μου
από το νου μου δεν ξεφεύγεις
πάντα σε βρίσκει η καρδιά μου
στ’ όνειρο που με φυγαδεύεις

το χτύπο σου φοράω ρούχο
γύρω σου τρέχει ο λογισμός μου
σ’ ακολουθώ ως τις πηγές σου
εκεί που σταματά ο χρόνος
και στέκει αιώνια η ψυχή σου

βουτώ μελάνι από το νου μου
να γράφω λέξεις σου για μας
μες τις σελίδες του μυαλού μου
πλέκοντας θέσεις μιας καρδιάς

κι όπως σε βλέπω που διαβαίνεις
σε ανατολή έως το γέρμα
νιώθω πως κύκλο μου υφαίνεις
αγάπης που δεν έχει τέρμα

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

τα σ’ αγαπώ μου ένα ένα


τα σ’ αγαπώ μου ένα ένα
μοιάζουν με τρένα σε σταθμό
με τα όνειρά μου φορτωμένα
στου έρωτα σου τον ειρμό

παίρνουνε δρόμο και τραβάνε
ίσια στον κόσμο σου γραμμές
κλείνουν τα μάτια και κοιτάνε
πως πίσω σβήνουν οι σκιές

στένεψαν οι παλιοί οι δρόμοι
δεν με χωράει πια το χτες
γκρέμισαν της καρδιάς οι νόμοι
κατεστημένες φυλακές

εικόνες απ’ το παρελθόν
αιμορραγούν κι αργοπεθαίνουν
σβήνει το στίγμα κι είμαι απών
μες σε στροφές που ξεμακραίνουν

γιατί είναι αγάπη μου τα τρένα
ψυχούλες με προορισμό
κι είναι τα μάτια σου για μένα
τα πάντα σ’ ένα σ αγαπώ ..

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

κάθε φορά που σ’ αγκαλιάζω


μοιάζουν οι σκέψεις μου νησιά
μέσα σε πέλαγα ανοιχτά
γύρω μου εσύ να με κυκλώνεις
και μυστικά με φανερώνεις

κάπου στις παρυφές του νου μου
σπάνε τα κύματα κι αφρίζουν
πάνω στις άκρες του νησιού μου
χέρια απαλά και με αγγίζουν

είσαι για μένα θάλασσά μου
τα μυστικά τα όνειρά μου
μέσα σου θέλω να χαθώ
στου έρωτα σου το βυθό

κάθε φορά που σ’ αγκαλιάζω
νιώθω τα χέρια μου αστέρια
πως είσαι νύχτα και βραδιάζω
στου ουρανού σου τα λημέρια

κάνε θεέ μου να κρατήσει
πάνω μου πάντα ετούτη η δύση
γιατί ειν’ τα όνειρα πολλά
και οι λαχτάρες μου ψηλά

φυσάει αγάπη μου βοριάς
κι εγώ μυρίζω τ’ άρωμά σου
κάθομαι και του λέω για μας
νιώθοντας τ’ άγγιγμά σου

πάνω στο κύμα της καρδιάς
π’ έχω αποτύπωμα σου
ψάχνω τους δρόμους της φωτιάς
ιχνηλατώντας τη ματιά σου ..

όταν γι αγάπη θα κινάς


όταν γι αγάπη θα κινάς
μες της ζωής σου το καράβι
δίπλα σου πάντα να κοιτάς
όχι παράδεισο και Άδη

είναι η αγάπη το κουπί
στη μια πλευρά στέκεις εσύ
στην άλλη,όχι θεός κι όπου μας
βγάλει
άνθρωποι μόνοι μες τη ζάλη

δώσε σ’ αυτούς τη δύναμή σου
κοίτα στο πέλαγος , θυμήσου
της μοναξιάς το δηλητήριο
λύσε μ’ αγάπης ελιξίριο

ας το θεό και τράβα πέρα
μέσα στου πέλαγους τη ξέρα
άπλωστ’ το χέρι και θυμήσου
ίδια πονούν κι άλλοι μαζί σου

κι ώσπου το σούρουπο να πέσει
θα ‘χει η καρδιά σου πρώτη θέση
στου παραδείσου τη γωνία
μέσα σε τούτη κοινωνία …

έτσι είναι φίλε μου η ζωή
γέλιο αγάπη και φιλί
βάλε και δάκρυ στο ποτήρι
απ’ της καρδιάς το πατητήρι..

να ‘χεις να λες σαν θα γεράσεις
μπόρα πως ήταν ,θα περάσει
να ‘χεις μουσκέψει ως το μεδούλι
όχι απ’ αυτήν που τρων’ οι δούλοι

σήκω το βλέμμα σου μπροστά
τη ρότα χάραξε σωστά
σφίξε στα χέρια το τιμόνι
κάνε τη θέληση σου αμόνι

και σπάσε πάνω τα δεσμά….

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

μες σε δυό χέρια όλη τη πλάση..


τρέχω καρδιά μου να προφτάσω
μήπως τυχόν και προσπεράσω
του παρελθόντος τις εικόνες
που στέκουν στο μυαλό μου μόνες

είδωλα γύρω με κυκλώνουν
παντού φωνές σε φανερώνουν
γράφουν σε πράγματα δικά σου
μέσα σε σκέψεις τ’ όνομά σου

αναπολώ τα περασμένα
κι είναι τα χέρια μου δεμένα
όσο κι αν θέλουν να σ’ αγγίξουν
δάκρυα τρέχουν να με πνίξουν

είναι που μ’ άφησαν τα χάδια
μέσα μου και έξω μου σημάδια
όπως το φάρο η μορφή σου
για να φωτίζεται η ψυχή σου

ακολουθώ από δω τα ίχνη
κι ας με κυκλώνει η ομίχλη
βρίσκω το δρόμο της καρδιάς μου
κει που ξυπνήσαν τα όνειρά μου

ήταν η διαδρομή Ηράκλεια
άθλος για ότι αγαπάς
όχι δεν ήταν η προσπάθεια
μόνο το ρίγος της καρδιάς

μονολογώ σε συμπληγάδες
σκέψεις που μοιάζουν με φονιάδες
όχι από κείνες που πεθαίνουν
χτύποι καρδιάς που μ’ ανασταίνουν

κι όσο κι αν τρέχω να ξεφύγω
είσαι η φωνή μέσα και γύρω
σ’ έχω καρδιά μου αγκαλιάσει
μες σε δυό χέρια όλη τη πλάση..

να λάμψει μάρμαρο λευκό η ψυχή …


αχ βρε έλληνα κορόιδο
νύχτωσε πια ,άκου το χτύπο της καρδιάς σου
σε κάποιο έργο, σε ένα άλλο επεισόδιο
ήσουν ηγέτης της κληρονομιάς σου

θέλεις προστάτες επικαλούμενος το μέγεθός σου
πως να βαστάξεις το κενό σου, μίας χαμένης σιγουριάς
σαν να μην πίστεψες πότε στο παρελθόν σου
χτίζεις το μέλλον σου στα ζάρια μιάς ριξιάς

εσύ που ήσουνα ιδιόμορφος πατέρας
τα ιερά σου και τα όσια ξεπουλάς
μιας Ελλάδας που σε γέννησε μητέρας
βρε νεοέλληνα , δεν έμαθες επάξια να τιμάς

σα το χωράφι που του σπείρανε ζιζάνια
στη περηφάνια σου μεθοκοπάς
αδειάζοντας των αισθημάτων σου βιδάνια
πνέεις τα λοίσθια και φωνάζεις… ζήηητω η Ελλάς

ρε Έλληνα μωρέ που πας ;
αναρωτήθηκες ποτέ σου ,
αν είσαι θρέμμα μιας ανέντιμης καρδιάς ,
και όχι ο συνεχιστής του χτες σου ;

Θέλει δουλειά και ήλιο ,νερό απ την πηγή του νου
να ξεχερσώσεις το βασίλειο ,ενός γαλάζιου ουρανού
να λάμψει μάρμαρο λευκό η ψυχή …

μέσασε πέλαγος αθρόο..


όχι στο ναι αυτό της θλίψης
στον εαυτό σου να πεις ναι
τα δάκρυα που έχεις ρίξει
είναι της λύτρωσης ποινές

όσα η ζωή φέρνει στο δρόμο
ανηφοριές κατηφοριές
άστα να φύγουν απ’ τον ώμο
κάντα φιλιά και αγκαλιές

υπάρχουν μάτια μου μεγάλα
κάπου στου κόσμου τις πληγές
κάτι παιδιά όχι σαν τ’ άλλα
που δεν μεγάλωσαν ποτές

έχουν το βλέμμα το δικό σου
κάναν το βήμα σταθερό
ξέρουν πως το παράπονό σου
είναι μαχαίρι κοφτερό

στη μια πλευρά του ζει το όχι
στην άλλη κάνει στη καρδιά τομές
γιατί έχει δίκοπη τη κόψη
και στη ζωή τραβάει γραμμές

είναι το βλέμμα σου το αθώο
όπως του ήλιου η αντοχή
μέσα σε πέλαγος αθρόο
η σμαραγδένια σου ψυχή

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

τράβα μου λέει κι ακολουθώ


στρέφω τα μάτια μου στη γη
κι επικαλούμαι το θεό
με μια καρδιά μια προσευχή
τα μάτια σου να ξαναδώ

κείνα που είχα για ουρανό
σαν μια αστείρευτη πηγή
που έπινα μέσα τους νερό
όπως στον ήλιο η αυγή

τρέχουνε στο μυαλό μου σκέψεις
ποτάμια με θολά νερά
όσο κι αν θέλεις να προβλέψεις
κυλάνε άνυδρα ξερά

μόνο τα μάτια σου να δω
λίγο τα βλέφαρα να κλείσω
το χρόνο να γυρίσω πίσω
κι άλλη ζωή να ονειρευτώ

πως ήταν λέει δυό αγγελούδια
μέσα στα μάτια σου τραγούδια
το ‘να κρατούσε το ζουρνά
τ’ άλλο τραβούσε τα στερνά

πήραν και μένα ναι στο κύκλο
και μ’ έβαλαν να τραγουδώ
σαν τον ερωτευμένο κύκνο
να λέω πόσο σ’ αγαπώ …

κι ώσπου τα μάτια μου να κλείσω
λίγο για να σ’ ονειρευτώ
νιώθω ένα χάδι σου ξοπίσω
τράβα μου λέει κι ακολουθώ …

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

απαγορεύεται να κλαις


απαγορεύεται σου λέω
απαγορεύεται να κλαις
πιάνω τις πίκρες και τις καίω
μέσ’ σε φιλιά και αγκαλιές

κοίτα τα μάτια μου τι λένε
το σ αγαπώ λένε και κλαίνε
θα είμαι εγώ η δύναμη σου
θα ‘μαι ανάσα στη στιγμή σου

δώσ’ μου το χέρι και θυμήσου
θα ‘μαι αγάπη μου μαζί σου
γείρε στον ώμο μου κι αφήσου
στην αγκαλιά μου αποκοιμήσου

έλα μια βόλτα στη καρδιά μου
στρέψε τη ρότα σου κοντά μου
μοιάζουν μαζί σου οι τρικυμίες
κύμα σε άδειες παραλίες

κι όσο το βλέμμα θα θεριεύει
στης αγκαλιάς μου το λιμάνι
η αγάπη θα το κυριεύει
κι όλη τη θλίψη του θα χάνει …

μου λείπεις...

κι αν μου το λες το σ’ αγαπώ
και μου το δείχνεις
ψάχνω που είσαι να σε βρω
τώρα που λείπεις

μέσα σε έναστρο ουρανό
μοιάζει το βλέμμα μου φτωχό
ψάχνω αγάπη να σε βρω
μα ειν’ το όνειρο θαμπό

μοιάζει με στάλες της βροχής
που αιμορράγησαν νωρίς
γίναν το αίμα της πληγής
και ξεχυθήκανε στη γης

έτσι μετράω τι βολές
με τις δικές σου αντοχές
παίρνω ανάσα απ’ το χτες
για να αντέχω τις στιγμές

να μου το λες το σ' αγαπώ
να μου το δείχνεις
γιατί είσαι της αυγής μου φως
κι όλο μου λείπεις

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

στους λιποτάχτες...


Σάιλεντ

-Τους συναντάμε παντού . Άλλοι κρυφά άλλοι φανερά αδύναμοι να σταθούν επάξια μπρος στην ευθύνη , στο χρέος , στο σκοτάδι , στη δύναμη , στο φως . Τι κι αν η δόξα φαίνεται αρχικά εύκολη υπόθεση ,λαμπρή ένδοξη νίκη της επιθυμίας , κυρίαρχος του πολέμου της καρδιάς . Η ψυχούλα λίγο πριν το αποκορύφωμα σωπαίνει . Παγώνει .Τα βήματα γίνονται ολοένα και πιο διστακτικά . Αμφιβολία , συνειδητή επιλογή ή ενθουσιώδης παρόρμηση η προσπάθεια υλοποίησης μιας επιθυμίας , ενός στόχου ; Αδιέξοδο , πανικός . Φυγή . Από το παραμύθι . Από τη μάχη . Φυγή απ’ όσα φαίνονταν τόσο αληθινά , δυνατά , μοναδικά . Η απόκτηση ηρεμίας , άπιαστη . Κι η κτίση του σαθρού οικοδομήματος οδηγείται στην κατάρρευση . Λίγο πριν το τέλος , κάποιος φεύγει από το όνειρο .

Είναι γύρω μας , είναι παντού . Τους αναγνωρίζετε ; Μήπως σε κάποια στιγμή του βίου σας τους αναγνωρίσατε ; Μήπως τους αναγνωρίζετε …μέσα σας ;

Λιποτάχτες , άλλοι προς τη φυγή και άλλοι απ’ τη φυγή ..



Ιωάννης

-κάποιοι θελήσανε να γίνουν αναμνήσεις
εικόνες όμορφες στο ημίφως μίας δύσης
βάλαν το πέπλο τους το αμφίσημο στους ώμους
κι ύστερα τράβηξαν για πλανεμένους δρόμους

γυρίζουν άθελα στο τόπο του εγκλήματος
τάχα πως πόνεσαν την μαχαιριά του θύματος
ξυπνούν μεσάνυχτα μες το μυαλό κάτι φαντάσματα
ψάχνοντας όνειρα μέσα σε θραύσματα

μ’ ένα χαμόγελο σαν το ομόλογο
που αυτομόλησε από τον πρόλογο
πηγαίνουν και έρχονται πίσω στο χρόνο
δίνοντας άλλοθι στη προδοσία μόνο

δε αντιλήφθηκαν στ’ άδειο τους βλέμμα
πως πιστοποίησαν κάθε τους ψέμα
και πως το γύρισμα στα περασμένα
είναι η σφραγίδα τους στα πεπραγμένα

κάποιοι κινήσανε να δώσουν αναμνήσεις
εικόνες ομορφιάς ,λουσμένες στο φως συγκινήσεις
τη δύναμη της αλήθειας σ' ένα φιλί τους
σταθερά με εγγύηση τη ψυχή τους

γίναν ποιήματα από σκιρτήματα
λέξεις που πλέξανε τις αντιθέσεις
αντιξοότητες και παρενθέσεις
μες της καρδιάς τους τ’ άδολα βήματα …

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

όσα θαμπά αχνόφεγγαν στα όνειρά μου


είναι τα μάτια σου, το φως εκείνο που έλλειπε
και τρεμοπαίζανε σκιές στα βλέφαρα μου
ήρθε η αγάπη σου και μου ‘φερε
όσα θαμπά αχνόφεγγαν στα όνειρά μου

δεν έχει σχέδια μάτια μου η αγάπη
μονάχα δρόμο να τραβάς και να υπομένεις
σ όποια της γης και να σε βγάλει άκρη
τον εαυτό σου θα τον βρεις να περιμένει

μέσα απ τις λέξεις σου μοιράζομαι ζωή μου
ζωή με σκέψεις κι αγωνία
αγάπη δάκρυα χαρές και έρωτα ψυχή μου
μετέχοντας σε τούτη θεία κοινωνία

κι αν η αγάπη σου είναι της ψυχής το κύμα
μέσα σε θάλασσα που αντρειεύει ο νους μου
κοίτα πως έγινε καρδιά μου σταθερό το βήμα
κι αντέστρεψε τη ρότα του ο πλους μου

γίναν τα σχήματα στο τέλος της ημέρας
εύστοχα ρήματα σε ουσιαστικές προτάσεις
μιας επερχόμενης αγάπης γίναν πέρας
κι απόκτησε η ζωή άλλες διαστάσεις …

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

όσο μπορώ ...



δεν είσαι εδώ
κοιμάσαι αγάπη μου σε άλλο μαξιλάρι
πώς να στο πω
έμεινε η νύχτα μου χωρίς φεγγάρι

μες το μυαλό
μια καταχνιά μ’ έχει σκεπάσει
τι να σου πω
πως είσαι μάτια μου όλη η πλάση

θα προσπαθώ
λίγο να κλέψω απ’ το χρόνο
να κρατηθώ
για να αντέξω αυτό το πόνο

να σ’ αγαπώ
δίπλα σου απόμεινα σ’ αυτό τον κόσμο
διεκδικώ
να ‘σαι εδώ , να μην μ’ αφήνεις μόνο

κι όσο μπορώ
δρόμο αφήνω στη καρδιά μου
θα ονειρευτώ
πως αύριο θα ξημερωθείς κοντά μου
.
θα σ' αγαπώ
κι είναι η λέξη χίλια χρώματα
θα καρτερώ
της ομορφιάς λουλούδι μου τ' αρώματα
.
κάθε αυγή
που θα 'χει προσπεράσει
τ΄άλλο πρωί
δροσιά να με κεράσει

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

βράδυ πριν να ‘ρθει η αυγή αγαπηθήκαμε

δυο φύλλα ήμασταν στη γη
που άνεμος τα ‘χε πάρει
ψυχές και τις πετούσε
αποκομμένα από κλαδί
σε ουράνιο παζάρι
τη τύχη τους πουλούσε

συναντηθήκαμε ψηλά
μαζί πατήσαμε τη γη
κι αγκαλιαστήκαμε
με το φεγγάρι αγκαλιά
βράδυ πριν να ‘ρθει η αυγή
αγαπηθήκαμε

φύλλα καρδιάς αποκομμένα
από αειθαλές κλωνάρι
μίσχοι που ανθίζανε στα ξένα
βρέθηκαν ξάφνου ερωτευμένα
μήνας τα πήρε Αλωνάρης
από χωράφια ξεχασμένα

κι όσο ο Αύγουστος ν’ αρχίσει
ήλιο στης καρδιάς τη βρύση
τα ‘χε ο έρωτας ποτίσει
κι ο Δεκέμβρης τα σπαρτά τους
θέριζε απ τη καρδιά τους
καλοκαίρι στα όνειρα τους..

βάλε με μέσα στα όνειρά σου


φέρε στη σκέψη σου σαν κλείνεις
τα βλέφαρα και μη μ’ αφήνεις
νιώσε πως δίπλα σου βραδιάζω
και πως καρδιά μου σ’ αγκαλιάζω
έλα και πάρε με κοντά σου
βάλε με μέσα στα όνειρά σου

να ‘ρθω γλυκά να σε σκεπάζω
τα όνειρα σου δεν τ’ αλλάζω
τα βάζω στη ψυχή μου στρώμα
κι ας κατοικούν σε άλλο σώμα
αγκάλιασέ με λίγο ακόμα
φίλα μ’ αγάπη μου στο στόμα

μη τύχει η νύχτα και περάσει
κι όσα φυλάει να μας κεράσει
μέσα απ’ του χρόνου το ποτήρι
φύγει του έρωτα η γύρη
και απομείνουμε μονάχοι
σαν ερημωμένοι βράχοι

κράτα με αγάπη μου ακόμα
βρέχει το δάκρυ μου το χώμα
ποτάμι στάζει και σ αρπάζει
η αγκαλιά μου σε πηγάζει
κι όσο να πεις το σ’ αγαπώ
κλείνω τα μάτια να 'σαι 'δω

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

έλα πάρε με μαζί σου …


σε μια θάλασσα από δάκρυ
ταξιδεύουν τα όνειρά μου
ψάχνουν για να βρούνε άκρη
στα λιμάνια της καρδιάς μου

είναι πόθοι είναι ελπίδες
είναι του έρωτα παγίδες
που με έχουνε δεμένο
μόνο μου σκαρί αφημένο

να αγναντεύω τα σχοινιά μου
στις γραμμές του παρελθόντος
έριξε άγκυρα η καρδιά μου
κι αρμενίζει άδειος ο πόντος

μα είν’ τα μάτια σου έρωτά μου
άνεμος μες τα πανιά μου
τρώει καημός τα σωθικά μου
κι η λαχτάρα τα δεσμά μου

πες μου τι θα με κρατήσει
άδεια μαγεμένη δύση
ποιός αιώνας αγκαλιά μου
αφού χτυπάς μες τα πλευρά μου

κι είν’ το γέλιο σου σημάδι
πάνω στ’ άστρων μου το βράδυ
μου φωνάζει η φωνή σου
έλα πάρε με μαζί σου …

μα είμαι ‘γω και μ’ αγγίζω …


κι εγώ σου λέω πως είσ’ εδώ
χτυπάει η καρδιά σου και χτυπώ
σπάζω το άδειο σου κενό
κι όπου και να ‘σαι θα σε βρω

επιστρέφω σε λίγο
στης ψυχής μου το ρίγος
μ' οδηγό ένα χτύπο
στης καρδιάς μου το πύργο

κι όλο απλώνω και φεύγω
στο δικό μου το δάσος
αστεράκι και φέγγω
στο μανίκι σαν άσσος

προσπαθώ να κρυφτώ
μα η αυγή ξημερώνει
σα να παίζω κρυφτό
και το φως μ’ ημερώνει

επιστρέφω και λείπω
είμαι εδώ και μου λείπω
μακριά και γυρίζω
πουθενά δεν ελπίζω

μα είμαι ‘γω και μ’ αγγίζω …

και ξαναπάμε απ’ την αρχή


μέσα σου θέλω να χαθώ
μέσα σου πάλι να βρεθώ
μέσα στα μάτια σου να ζήσω
κι όλους τους πόθους μου να δύσω

τράβα λοιπόν δύο γραμμές
χάραξε διαδρομές κοινές
μία με στάση το φιλί
και ξαναπάμε απ’ την αρχή

η άλλη καρδιά μου όπου μας βγάλει
στάση του έρωτα ακρογιάλι
γείρε λιγάκι το κεφάλι
κι έλα να σ’ αγκαλιάσω πάλι

όσο να σβήσει το φιλί
κράτα με να ‘μαστε μαζί
έλα λαχτάρα μου κρυφή
κι άσε το πάθος να μας ζει

άσε να γίνει το κορμί
του ταξιδιού η αφορμή
σαν θα χαράξει η αυγή
η αγάπη να μας βρει εκεί

μέσα σου θέλω να χαθώ
μέσα σου πάλι να βρεθώ
ότι έχω χάσει να ζητήσω
κι απ την αρχή να ξαναρχίσω

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

τα μάτια μας, των είκοσι των χρόνων


τα μάτια μας, των είκοσι των χρόνων
βλέπαν πολύ το φως και άπλετο το χρώμα
τα αγκάθια νιώθανε των πόνων
που άφηνε η ανάγκη μας ,μες της ζωής το σώμα

ήταν ανάμεικτα, μαζί κι οι ευσεβείς μας πόθοι
με συναισθήματα και ορμή που ψάχνανε για λύσεις
νεανικά σκιρτήματα , πώς να βρεθούνε τρόποι
πως όλα εκείνα τα άλυτα, τα άδικα ν’ αγγίξεις

που πήγανε ,που χάθηκαν, τα μάτια αυτά του κόσμου
των είκοσι τα όνειρα ,που ‘χε η καρδιά στο βλέμμα
τα τύφλωσαν οι ανάγκες μας , συμφέροντα του τρόμου
αλλοίωσαν την όραση και έθρεψαν το ψέμα

έγινε η ορμή του δίκαιου , του άδικου το κρίμα
ντύθηκαν η αλήθειες μας, το ένδυμα του χρήματος
το ποίημα του βλέμματος ,σα να ‘χασε τη ρίμα
και ‘μεις σαν πιστοποίηση ,του άνομου ανομήματος

με πέτρινες καρδίες , ψυχές ξεπουλημένες
μετράμε πια τα κρίματα , απ’ των παιδιών τα βήματα
τα φορτωμένα τα άδικα , στις πλάτες αφημένες
φρούδες ελπίδες πεθαμένες , γίναν δικά μας θύματα..

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

οι ξύλινες καρδιές δεν αγαπούν


μοιάζει η αγάπη μου ετούτη
να κουβαλά πάνω στις πλάτες
ξύλινο αγκαθωτό σταυρό
λες κι όλα της καρδιάς τα πλούτη
στάθηκαν τις δικές μου στράτες
στο υψηλότερο βουνό

οι ξύλινες καρδιές δεν αγαπούν
σταυρώνουν μ’ αγκαλιές ψεύτικα χέρια
ματώνουνε μονάχα σαν φιλούν
δυο χείλια κοφτερά σαν τα μαχαίρια..

μια φλόγα καίει στο πρόσωπό μου
που ‘χαν τα μάτια σου αναμμένη
τότε που αφήνανε σημάδια
τώρα φωτίζει το καημό μου
μόνος που απόμεινε να κλαίει
μέσα στα χέρια μου τα άδεια

οι ξύλινες καρδιές δεν αγαπούν
έχουν τα φύλα της καρδιάς τους μαραμένα
ρημάζουν της αγάπης τους καρπούς
κι αφήνουν τα κλωνάρια της σπασμένα..

θυμάμαι την αγάπη σου να καίει
δυό μάγουλα με δάκρυα χαράς
καρδιές στους χτύπους της να λιώνουν
και τώρα ένα στόμα να μου λέει
δυο λόγια στεγνά συμφοράς
για αγάπες που εδώ τελειώνουν

οι ξύλινες καρδιές δεν αγαπούν
και μοιάζουν με εσοχές που έχουν συρτάρια
ξέρουν μονάχα να ζητούν
γιατί έχουνε τα βάθη της ψυχής τους άδεια..