Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

εκείνο του βοριά τ’ αγέρι


είναι οι ζωές μας τώρα πια πιασμένες χέρι χέρι
θαρρώ πως της ζωής μου ζω το πρώτο καλοκαίρι

ποιος θα το φανταζόταν πες μου ποιος
πως μάτια μου θα έβρισκα εσένα
ποια σίβυλλα και ποιος θεός ,άγγελος ποιος
θα μου ‘λεγε πως θα γινόμασταν οι δυό μας ένα

πως θα μπορούσα να το φανταστώ
τα μάτια σου πως θα με αγαπήσουν
και πως δυό στάλες δροσερό νερό
τη λίμνη της καρδιάς δροσιά θα μου γεμίσουν

κι εγώ να σ αγαπώ και να προσμένω
τη μπόρα της αγάπης σου νερό να φέρει
στα άδεια μου τα χέρια αγιασμένο
υγρό να βρέξει ένα φιλί εκείνο του βοριά τ’ αγέρι

στα χείλη κύλησες αργά σταλάζοντας ευτυχία
και ο καρπός μ’ αμέτρητα φιλιά στη μοναξιά ριζώνει
έτσι απλά σαν μια γλυκιά ωδή σαν μια απαγγελία
κι έκτοτε μάτια μου το δέντρο της αγάπης μας ψηλώνει

είναι τα μάτια μας κλειστά τα χέρια μας μπλεγμένα
ανάσες όνειρα φιλιά βαδίζουνε σε πέλαγα αφημένα

1 σχόλιο:

Δέσποινα Γιαννάκου είπε...

Δυό ζωές ,δυό κόσμοι που συναντήθηκαν στο άπειρο, για να δημιουργήσουν το "πάντα και το παντού"...
Να βαφτιστούν στο Αθάνατο νερό και να ποτίσουν το δέντρο εκείνο που ρίζωσε στον κήπο της αγάπης τους !!
Ευλογημένοι !!!!!