Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

δως μου το χέρι σου


δως μου το χέρι σου
και μη σε νοιάζει
ακουμπά πάνω μου
όταν βραδιάζει

άσε τις σκέψεις σου
στην αγκαλιά μου
κλείσε τα μάτια σου
κι έλα κοντά μου

πήρα απ’ το σύννεφο
κάθε σου σκέψη
πάνω στα βλέφαρα
πια δεν θα βρέξει

έλα αγάπη μου
δως μου το χέρι σου
άσε με μάτια μου
να γίνω αστέρι σου

ο κόσμος γύρω μας
μια μοναξιά
έπεσε ο κλήρος μας
μες στη καρδιά

ξέρει ο χτύπος της
το κάθε δάκρυ
μέσα στα μάτια της
να κάνει αγάπη

πήρε το χρώμα σου
ο ουρανός
κι έγινε ο κόσμος μας
πιο φωτεινός

έχουν οι νύχτες μας
βγάλει φεγγάρι
να βλέπει ο έρωτας
για να μας πάρει

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

βάλε στη θύμηση κρασί


δεν είσαι απόψε μάτια μου εδώ
κι εγώ μονάχος λαχταρώ
στη σκέψη μου να ‘ρθω να σ’ αγκαλιάσω
κλείνω τα μάτια και κοιτώ
σε ποια γωνιά σε ποιο στενό
σε ποιο του χρόνου σου κενό
να ‘ρθω να απαγκιάσω

βάλε στη θύμηση κρασί
απόψε θα ‘χουμε γιορτή
ν’ ανοίξουμε τις πόρτες μας καρδιά μου
ντύσου και βάλε τα καλά
άσε τα φώτα ανοιχτά
και τα κλειδιά στη πόρτα
θα ‘ρθει η αγάπη στα όνειρα μου

όχι, δεν θα πλαγιάσουμε μαζί
δεν θα της δώσουμε φιλί
ένα ποτήρι όνειρο θα πιούμε και θα φύγει
μεσάνυχτα θα έρθει να μας βρει
θα μείνει μέχρι την αυγή
ο ύπνος θα μας κάνει το χατίρι
κλείσε τα μάτια σου κι η ώρα είναι λίγη

πάμε να βρούμε τ’ όνειρό μας
το σπλάχνο μας απ’ το πλευρό μας
αυτό που κάνει τη καρδιά μας να χτυπάει
να ζαλιστούμε απ’ το κρασί
και την ακόπαστη γιορτή
που ‘χουμε μέσα στη ψυχή
ν’ αφήσουμε το αίμα της ,μέσα μας να κυλάει

βγάζουν τα μάτια μου απόψε μια λαχτάρα


βγάζουν τα μάτια μου απόψε μια λαχτάρα
που μου τρυπάει τη καρδιά μου σα καρφί
μα έχει τα χέρια μου δεμένα μια κατάρα
να στέκουνε ανήμπορα κλειστά σε φυλακή

πίσω απ’ τα κάγκελα μετράω αποστάσεις
εκτίοντας της μοίρας μου επίπονες ποινές
το νου μου βάζοντας να κάνει διατάσεις
ρουφώντας δυό ανάσες απ το χτες

στη μνήμη μου σε ένα μικρό επισκεπτήριο
τα βράδια της ατέλειωτης φυγής
μου δίνει η μορφή σου το εισιτήριο
να βγαίνω από τον κόσμο της σιωπής

βγάζουν τα μάτια μου απόψε μια λαχτάρα
πως θα ‘θελαν μου λέν’ να σε αγγίξουν
με χάδια να ξορκίσουνε την άδικη κατάρα
μες σε φιλιά της φυλακής τα κάγκελα να ρίξουν

Επιθυμώ


Απόψε η νύχτα ξετυλίγει το κουβάρι
σε μιά αρχή , σε μιά ματιά, σ' ένα φιλί
σε όλα εκείνα που η στιγμή τους μου 'χε πάρει
καρδιά μυαλό , μαζί και λογική

Σε μια κλωστή από στιγμές πλεγμένη
εγώ κι εσύ, με της αγάπης μας το νήμα
επάνω στο βελόνι του έρωτα δεμένοι
κεντάμε στη ζωή, του χρόνου μας το ντύμα

Σε ένα κουβάρι η αγάπη τυλιγμένη
σ’ ένα πιθάρι οι στιγμές μας φυλαγμένες
με μια ματιά στο μέλλον να προσμένει
όσες ακόμα η ζωή ,δεν έχει υφασμένες

Κι όταν η θύμηση ανοίγει το πιθάρι
το άρωμά σου αναδύει μια μορφή
λίγο η νύχτα , λίγο η κλωστή και το φεγγάρι
μοιάζει η καρδιά μου ανθισμένο γιασεμί

Ελπίζοντας το πέπλο που θα πλέξει
ριγμένο μες του χρόνου μας το βάθος
να ‘ναι ζεστό και η ομορφιά του να αντέξει
έως το τέλος των στιγμών, στις πλάτες μας το πάθος
----------------------------------------------------------------------------------------------
Επιθυμώ .

Είναι που βλέπω μες τα μάτια σου ένα όνειρο
είναι που το φιλί στα χείλη σου, μου σταματάει το χρόνο
είναι που σαν κοιτάζω μέσα σου
γεννάει το βλέμμα μου , στο χάος μου ένα κόσμο.
Και δεν μπορώ το αύριο
μέσα σ’ αυτό το πάθος της στιγμής
με μια λαχτάρα στη καρδιά ,να μην προσμένω.
Να ονειρευτώ τον έρωτα
που οι στάλες του ιδρώτα μας στο μέτωπο
στέκουν νωπές να μαρτυρούν
τα ίχνη τους, πως σε κορμιά προσπέλασαν.
Μεγάλη η φλόγα της στιγμής μας τώρα
σα το ξερόκλαδο καίγεται το κορμί μου.
Στις στάχτες και στα αποκαΐδια μου
ανάβει της λαχτάρας μου η φλόγα .

Μαζί σου ως το τέλος μου
να κάψω τη ζωή μου.
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, δεν αργεί


μια καλημέρα σε χαρτί
και κάπου ανάμεσα σε άλλες εκατό
δεχόμενος χιλιάδες επιθέσεις
απ’ της καρδιάς μου το ρυθμό

που προσπαθώντας για να βάλει τάξη
σε απουσία και κενό
κατηγορώ μου έχει συντάξει
με ένα άρρυθμο ρυθμό

σώπα καρδιά μου μη φωνάζεις
κάνε το πόνο σου πηγή
πιάσε το δάκρυ σου που αδειάζεις
πότισε την αγάπη υπομονή

σώπα λοιπόν και μην φωνάζεις
μην τη φοβάσαι τη βροχή
αυτή η καρδιά που σ’ αγκαλιάζει
κρύβει μια αγάπη δυνατή

θυμήσου η μέρα που βραδιάζει
μέσα στης νύχτας τη σιγή
το πέπλο αυτό που σε σκεπάζει
θα το τραβήξει η χαραυγή

θα ξημερώσεις σ’ ένα βλέμμα
πιάσε μολύβι και χαρτί
γράφε για μάτια αγαπημένα
θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, δεν αργεί

και περιμένω


έτσι απλά ,κοιτάω ξανά τους λεπτοδείκτες
το χρόνο που κυλάει παρατηρώ
και ψάχνω σε σκιές τις άδειες νύχτες στους χτύπους της καρδιάς και στο κενό

γυρνάς ,μες το μυαλό μου
το τόπο αψηφώντας
δίνοντας χρώμα στο όνειρό μου
τα αισθήματα μου ψηλαφώντας

σε σκέφτομαι
σε μια ατέλειωτη σιωπή
σε ένα αναπάντητο γιατί
μέσα σε σκέψεις δίχως αποδέκτη

σε δέχομαι
όπως σε φέρνει η στιγμή
έτσι απλά και δίχως εξηγήσεις
μου περιττεύουνε οι λέξεις

φυλάω
λίγη αντοχή που παίρνω απ το φιλί σου
μια προσμονή και μια ανάμνηση
που φέρνει η θύμησή σου

και περιμένω
πότε ξανά θα ‘ρθει
πάλι εκείνη η στιγμή
λίγη ζωή απ τη ζωή να μοιραστώ μαζί σου

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

για πες μου πώς ...


πώς μες τα μάτια σου να δω
και πίσω μου μία αγάπη να αφήσω
πώς να χωρίσω εγώ στα δυό
μία καρδιά και ένα χτύπο

τα μάτια μου να πάρω απ το φως
με μιας και να τα στέψω το σκοτάδι
πώς νάβρω τρόπο , πώς αλλιώς
τη μέρα μου να μην τη κάνω βράδυ

ακροβατώ σε μια κλωστή
το βάρος μου ελπίζοντας ν’ αντέξει
με λαβωμένη αντοχή
έχοντας για κουράγιο μία λέξη

θα σ’ αγαπώ για μια ζωή
σε μια ζωή που η λογική έχει στενέψει
θα σ’ ανασαίνω στη στιγμή
σε μια στιγμή που τη καρδιά μου έχει κλέψει

σε μια ανάσα κι ένα δάκρυ
σ’ ένα φιλί και σε μία λύπη
σ’ όσα μου φέρνει η αγάπη
και σ’ όλα κείνα που μου παίρνει όταν λείπεις

πώς μες τα μάτια σου να δω
και να σου πω, πως πρέπει να σ’ αφήσω
κι ύστερα να υποσχεθώ
με μια ματιά , περίμενέ με, θα γυρίσω

πώς να αντέξω να στο πω
πώς να τ’ αντέξει η καρδιά μου
μακριά και χώρια σου να ζω
μα πάντα μέσα μου να ζεις κοντά μου

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

σ’ ένα παράλογο χορό




σ’ ένα παράλογο χορό
με βήμα σαστισμένο
με ένα ξάγρυπνο ρυθμό
τα βράδια σ’ ανασαίνω

και κει που ανάσα πάει να βγει
να ζω ή να πεθαίνω
με ξημερώνει η αυγή
στη σκέψη σου δεμένο

γίναν τα βράδια φυλακή
κι εσύ πυγολαμπίδα
να χάνεσαι κάθε πρωί
να σβήνεις την ελπίδα

πόσα τραγούδια να σου πω
πόσα να σου χορέψω
δίχως τα μάτια π’ αγαπώ
πόση ζωή να κλέψω

μες της αγρύπνιας τον αέρα
που ανασαίνω απ’ τη μορφή σου
παίρνω το πλήρωμα της μέρας
βράδυ να βρω τη φυλακή σου

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Θα σ αγαπώ.


Θα σ αγαπώ.
Ψάξε μες στη καρδιά σου για να βρεις,
στο σ’ αγαπώ μου, που θα δώσεις θέση .

Θα σ αγαπώ,
όπως ο ψίθυρος της πρώτης σκέψης
σπάει του νου μου τη σιωπή.

Θα σ αγαπώ ,
όπως το όνειρο που είχες πρωτοπιστέψει
κάπου ανάμεσα σε σούρουπο κι αυγή.

Θα σ αγαπώ,
μέσα σε εικόνες σε κορυφογραμμές και λέξεις
στου ερωτά σου τη φυγή.

Θα σ αγαπώ,
σα τη βροχή που το νερό σου έχει κουρσέψει
τη διψασμένη μου τη γη.

Θα σ αγαπώ,
όπως το φως που αγκαλιάζει την ημέρα
στου ορίζοντά μου τη γραμμή

Θα σ αγαπώ,
όπως ο ήχος γοητεύει την φλογέρα
και γίνεται ο έρωτας κραυγή .

Θα σ αγαπώ,
μες στης αγρύπνιας τον αέρα
που ανασαίνει απ τη δικιά σου τη μορφή.

Θα σ αγαπώ,
σα το τρελό που η λογική του έχει στερέψει
επάνω στων χειλιών σου το φιλί.

Θα σ αγαπώ ,
σα τη λαχτάρα που μου έχει σημαδέψει
το πεινασμένο μου κορμί.

Θα σ αγαπώ,
με ένα πάθος που κυλάει σαν το αίμα
στων αισθημάτων την αφή.

Θα σ αγαπώ ,
σα τον καρπό που έχει στα μάτια μου δοσμένο
η ανθισμένη σου ψυχή.

Θα σ αγαπώ.
Μη ξαναδώ τα μάτια σου ποτέ
να βγάζουν στενοχώρια.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

χείλια, χαμόγελα, όλα χώρια

κι όλο τραβώ και περπατώ
σε δρόμο δίχως τέρμα
τα βήματα σου ακολουθώ
τυφλός σ’ αυτό το τέλμα

στα όρια σου τα στενά
μες του μυαλού μου τις στοές
η θύμησή σου μου τραβά
τις τεντωμένες μου χορδές

τραγούδι μέσα μου αρχινά
νότες παράφωνες και φάλτσες
από τα μάτια μου περνά
η αγάπη σου με γυρισμένες πλάτες

απόηχος που όλο φθίνει
είδωλο άυλο θαμπό
και μια στο στόμα μου αφήνει
γεύση από έρωτα πικρό

μ' έχει δεμένο η στενοχώρια
πήρε τα σκήπτρα απ’ τη χαρά
χείλια, χαμόγελα, όλα χώρια
μοιάζουν με ρούχα δανεικά

και που να μπω ,που να χωρέσω
σε ποια βραδιά ,σε ποιο καημό
πώς μες στα στήθη μου να πλάσω
το ραγισμένο σου πυλό

σαν έπεσε η αυλαία


τα χείλη που φιλήθηκαν
και δυό ζωές ενώσαν
τώρα που λησμονήθηκαν
μάρμαρα γίνανε , πετρώσαν

αγάλματα αμίλητα
παράπονο το βλέμμα
χείλια κυρτά κι αφίλητα
με παγωμένο αίμα

τα χάδια μας τ’ ανείπωτα
κι οι όμορφες πτυχές
σκάβουνε στη καρδιά πληγές
σκαλίζουν αγωνίες

και κείνη η αγάπη μας
που άγγιζε τα άστρα
πέφτει , ματώνει το κορμί
στου χωρισμού τ’ αγκάθια

μέσα τους δρόμους τριγυρνά
στάζοντας μία θλίψη
σε σκέψεις και παραπατά
σε αγκαλιές που έχουν λείψει

σ’ έρωτες που ταξίδεψαν
σε θέλγητρα μοιραία
και μέσα μας παγίδεψαν
σαν έπεσε η αυλαία

κάθομαι και μονολογώ
σε σκέφτομαι και κλαίω
τα δάκρυα και τα σ’ αγαπώ
που έφταιξες , που φταίω

όλα μου γύρω μια θηλιά
μια ακονισμένη αγχόνη
κόβει στα δυό την αγκαλιά
η μοναξιά με ζώνει

μοιάζει ετούτη η φωνή
σαν συλημένος τάφος
και του έρωτα μας η στροφή
βουτιά σ’ αβυσσαλέο βάθος

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

σε χρώματα γκρι

είναι στιγμές
που δεν ξέρεις τι θέλεις
ποιος είσαι, τι κάνεις, που πάς
σε υγρές φυλακές
τα βράδια παλεύεις
κι ανάσες μετράς

είναι ρωγμές
που δύσκολα κλείνουν
του πόνου πληγές
το κατήφορο παίρνεις
το σώμα σου πνίγουν
σε μαύρες σκιές

σε συρτάρια κλεισμένα
στο χρόνο το ψεύτη
στο σήμερα, χτες
έχεις μέσα ριγμένα
δύο χτύπους στη τσέπη
ραγισμένες καρδιές

ο ορίζοντας γέρνει
στων ματιών μου τις άκρες
τις ζωές μας τις σκόρπιες
ο καημός σου μου παίρνει
καθώς πέφτούν οι μάσκες
το κλειδί απ τις πόρτες

έλα πες μου που πάμε
μοναχοί ακροβάτες
με ενοχή στις καρδιές
σε σχοινί περπατάμε
πληγωμένοι διαβάτες
μαυρισμένες ψυχές

κι όλο φεύγεις πηγαίνεις
το όνειρο σβήνεις
με ένα χι στη ζωή
σταματάς να ανασαίνεις
την αυλαία σου ρίχνεις
σε χρώματα γκρι

στου καιρού τις ρωγμές


μες το χρόνο το ψεύτη
στου καιρού τις ρωγμές
σε σπασμένο καθρέφτη
κυνηγώ τις σκιές

σε συρτάρια κλεισμένα
του μυαλού φυλακές
έχω μέσα ριγμένα
τις στιγμές απ το χτες

κι είναι κάτι φορές
που η μνήμη μου ανοίγει
ματωμένες πληγές
κι ένας πόνος με πνίγει

με τα μάτια κλειστά
τ' όραμα σου καθάριο
ξεπηδά στα κλεφτά
απ το χτες ως το αύριο

στης ζωής τι ροές
στου πελάγους τη δίνη
στις δικές σου εκβολές
τ όνειρό μου μ αφήνει

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

βόρεια με τη πλάτη στο βαρδάρη


είδα μες τα μάτια σου
όλα τα γινάτια σου
πήρα από τα χάδια σου
τ άστρα μες τα βράδια σου

κι ύστερα σεργιάνισα
σε μιά νύχτα μάγισσα
έγειρα σου μίλησα
και σε πρωτοφίλησα

πέρασες τα χέρια σου
κι αγκαλιές με κέρασες
κι ύστερα στα μάτια σου
τη ζωή μου στέριωσες

έβρεχε από πάνω ο θεός
μπόρα ξαφνική και αρχινούσε
ήταν ο δικός μας χαλασμός
στάλες η αγάπη και κυλούσε

μοιάζουμε μου έλεγες πολύ
άκουγα τον ήχο που ριγούσε
έσταζε απ το μέτωπο η βροχή
κι έκαιγαν τα χείλη που ακουμπούσε

χτίσαμε το πρώτο μας σκαλί
βάλαμε στον έρωτα λιθάρι
σφράγισε η αγάπη μια ζωή
βόρεια με τη πλάτη στο βαρδάρη

στην αγκαλιά σου κι ας χαθώ

στην αγκαλιά σου κι ας χαθώ
θέλω να ξαποστάσω
εκεί να ξαναγεννηθώ
τα μέσα μου δεσμά να σπάσω

κείνου του χρόνου τις πληγές
που μ άφησε ρυτίδες
να κλείσουνε σε αγκαλιές
όπως τα χέρια σου ελπίδες

κουράστηκα να τρέχω
να ψάχνω και να κυνηγώ
να χάνω και ν αντέχω
δυό μάτια για να αγαπώ

είναι βαριές οι μολυβιές
του χρόνου και πονάνε
τις λύπες μου και τις χαρές
στα ίχνη που τραβάνε

στην αγκαλιά σου μάτια μου
σβήνει η αγωνία
και στα φιλιά σου ανάσα μου
κοπάζει η τρικυμία

@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

σκορπίζουν στο δρόμο , το φόβο το τρόμο


σ αγαπώ στο κενό
σαν μιά σκόρπια ηχώ
λέξεις που υφαίνουν
και πίσω δεν φέρνουν
της ζωής το νερό

σαν τρύπια δισάκια
σε άδεια σοκάκια
σκορπίζουν στο δρόμο
τον φόβο τον τρόμο
και σέρνονται

φωνές δίχως τρένο
με βήμα θλιμμένο
μετρούν το κενό
σε άδειο σταθμό
το στόμα δεμένο

αγάπες θεριά
πληγές στη καρδιά
που στάζουνε αίμα
απ το δόλιο το ψέμα
με μιά μαχαιριά

κορμιά και ψυχές
σαν μαύρες σκιές
στη νύχτα κρυμμένες
με ράχες σκυμμένες
ξενυχτούν τις βραδιές

και όλα μιά μπόρα
σε μιά κατηφόρα
το όνειρο ζώνουν
βολές που σκοτώνουν
το αύριο τώρα

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

λείπεις θεέ μου


μακάρι να μπορούσα
λίγο το φόβο να σου πάρω απ το βλέμμα
θα σε κρατούσα
σε μιά αγκαλιά ,σφιχτά ,μακριά απ το ψέμα

καρδιά θλιμένη
και μάτια πλάνα
ζαριά ριγμένη
σε πόθου αλάνα

βαριά η νύχτα
το φως αργεί να βγει να ξημερώσει
και μία πίκρα
μιά απουσία, σε έχει μέσα της διπλώσει

καρδιά στενάζει
ψάχνει να βρει
και το μαράζι
μονολογεί

που να σαι τώρα
στα μάτια σου ποια θλίψη κρεμασμένη
ξεσπάει μπόρα
κι έχει στα μαύρα τη καρδούλα σου ντυμένη

μιά ματιά σου
πως με αγγίζει
λείπεις θεέ μου
η ψυχή μου ελπίζει

μακάρι να μπορούσα
λίγο το φόβο να σου πάρω απ το βλέμμα
να σε φιλούσα
απ το ξημέρωμα ,μέχρι του ήλιου να μας βρει το γέρμα

μιά απ τα μάτια σου φωνή

κι αν περπατούσα ,κι αν έλεγα πως ζούσα
λείπαν τα μάτια που αγαπούσα
ήταν το βήμα φυλακή
πίσω απ τα κάγκελα εσύ
κι εγώ δήθεν ελεύθερος
μα ήμουνα της μοίρας δέσμιος
με κυνηγούσε ο πόνος
της μοναξιάς που μ όριζε ο χρόνος

μία καρδιά που ήτανε κουρέλια
μακριά απ του έρωτα τα γέλια
και μιά αγάπη πόλεμος
μες σε δυό στήθια που τα μάτωνε ο όλεθρος
μόνη να αντέχει το ναυάγιο
δίχως προστάτη δίχως άγιο
στον άνεμο με μιά ψυχή σαν το φτερό
φύλλο, να παραπαίει στο καιρό

κείνος ο κόσμος της σιωπής
που στάθηκε εμπόδιο της φωνής
εκεί που η μοίρα μ έβαζε να ανήκω
κάπου ανάμεσα στου σκοταδιού τον ήχο
μία απ τα μάτια σου φωνή
ήρθε και γκρέμισε αγάπη μου το τοίχο
βγήκε απ τα στήθια μου κραυγή
το σ αγαπώ και φτιάχνει στίχο

είναι η αγάπη βλέπεις βάλσαμο
σα το νεράκι της πηγής
στο διψασμένο απ το χρόνο χώμα
που η μοίρα του , το χάραξε
κι η αγκαλιά σου ανάσα μου
στην ασφυξία της ζωής
πνοή κι ένα μπουκέτο χρώμα
στο χέρι σου που μ άγγιξε
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

άσε λίγο την αφή σου


στον καθρέφτη των ματιών σου
ψάχνω για να δω εικόνες
να διαβάσω το όνειρό σου
στης καρδιάς σου τους κανόνες

πόσο τα χουνε πονέσει
δάκρυα κόκκινα σαν αίμα
πόσα έχουνε χωρέσει
κρίματα άδικο και ψέμα

είναι που σε νιώθω βλέπεις
και με βλέφαρα κλειστά
είναι που διαβάζω λέξεις
μες σε όνειρα λευκά

κάτω απ τον ίδιο ήλιο
της καρδιάς μου τις αχτίδες
πόσα θέλω να σου στείλω
χάδια στων ματιών τις πύλες

δες τα χέρια μου τι λένε
νιώσε τα ακροδάχτυλα μου
πως σ αγγίζουνε και καίνε
απ τη φλόγα της καρδιάς μου

γείρε μέσα τους κι αφήσου
στου ονείρου μου τη δίνη
άσε λίγο την αφή σου
στης αγάπης μου τη κλίνη

δες, μαλάκωσε το βλέμμα
και χαθήκαν οι σκιές
στου ορίζοντα το τέρμα
γίναν άτονες γραμμές

μιά αγάπη ανατέλλει
μιά γλυκιά αναπνοή
στης καρδιάς μου τη κυψέλη
η βασίλισσα είσαι εσύ

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

να ξέρες πως με πονάει

να ξέρες πως με πονάει
που δε σε βλέπω
μα δε μπορώ να κάνω αλλιώς
κι αντέχω
μη με κοιτάς λοιπόν
που ανασαίνω
σε κάθε ανάσα μου
μακριά σου εγώ πεθαίνω

ότι κι αν πουν τα χείλη μου
μη τα πιστέψεις
τα λόγια της καρδιάς μου
ρώτα και τις σκέψεις
τα χέρια μου τα βράδια τα μοναχικά
να δεις πως τρέμουν
καθώς της απουσίας σου
το χάδι μου υφαίνουν

κι όσο τα μάτια μου
ανοίγω να σε δω
μοιάζει το βλέμμα μου
βουτιά να κάνει στο κενό
φέρνει στα βλέφαρα
ένα σύννεφο βροχή
μια μπόρα
και μια καταιγίδα στη ψυχή

τρέμω αγάπη μου πονώ
και σου φωνάζω σ αγαπώ
κοίτα ψηλά να δεις
το άστρο μου το φωτεινό
πως η σιωπή του γέμισε
το φως του με σημάδια
και πώς μακριά σου ξεψυχά
στης μοναξιάς τα βράδια

θα ρθεί αγάπη μου
θα ρθει
θα ξημερώσει το πρωί
μη το φοβάσαι αυτό το βραδύ
πιάσε το χέρι μου γι αρχή
γιατί είναι η ζωή μικρή
και μας αξίζει
αυτό το χάδι

θα ρθω απόψε
θα στο τραγουδήσω
θα ρθω στον ύπνο
να στο ψιθυρίσω
πως είσαι εσύ
της αλήθειας μου το αίμα
στου κόσμου αυτού του μάταιου
το ψέμα

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

νύχτες ασέληνες βαριές


πονάει μάτια μου η αγάπη
πονάει η καρδιά και σταματάει
μια μαχαιριά είναι στα βάθη
ο χωρισμός που τη χτυπάει

λείπουν τα μάτια που κοιτούσε
λείπει απ το σώμα τα οξυγόνο
αυτό στα χείλη που κρατούσε
γέλιο χαρά κι αγάπη μόνο

γίνονται άδεια όλα τα βράδια
νύχτες ασέληνες βαριές
λείπουν του φεγγαριού τα χάδια
θεριεύουνε στο νου οι σκιές

ξυπνούν αργά κάτι φαντάσματα
σέρνοντας πίσω αλυσίδες
έρωτες που έγιναν αγάλματα
στήνοντας στο μυαλό παγίδες

ξέφτια κουρέλια μιάς αγάπης
ρούχα που πέσανε στενά
φυλλομετρούν τις αποστάσεις
στ άδεια τα βράδια τα κενά

κι αυτό το πονεμένο βλέμμα
χάνεται μέσα σ ένα τέλμα
κάνει βουτιές μέσα στο ψέμα
ψάχνει το κάλπικο το κέρμα

χρήμα να βρει να εξαργυρώσει
λίγο το πόνο απ τα μάτια
λόγια πετάει να σκοτώσει
τα πονεμένα του κομμάτια

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

σ αγαπώ και σε σένα ανήκω


σ αγαπώ στης καρδιά μου το χτύπο
στου μυαλού τις ψηλές μου επάλξεις
ανασαίνω στης φωνής σου τον ήχο
στων ματιών τις δικές σου διατάξεις

σ αγαπώ και σε σένα ανήκω
στων χειλιών τις γλυκές σου επιτάξεις
ξεψυχώ στων χαδιών σου το ρίγος
στων χεριών που με έχουνε κάψει

προσπαθώ πως μου λείπεις να κρύψω
στο χαμόγελο που κρατάω μη σπάσει
ξεκινώ ένα φράγμα να στήσω
στων ματιών μου την άκρη μην φτάσει

ξεκινώ το φιλί μου ν αφήσω
στου έρωτά σου το τέρμα στη στάση
ν ανεβώ τ όνειρο μου να ζήσω
πριν τη νύχτα η αυγή να χαράξει

σε σένα που αγαπάω και μου λείπεις


σε σένα που αγαπάω και μου λείπεις
τις λέξεις μιάς καρδιάς σ’ αφιερώνω
τις δύσκολες τις ώρες που γυρίζεις
στο νου μου και στη σκέψη σου ματώνω

τα βράδια που κυλάς από τα μάτια μου
νερό και μια σταγόνα από αίμα
δακρύζουνε βροχή τα φυλλοκάρδια μου
χτυπάνε κεραυνοί το άδειο μου βλέμμα

ποια τύχη τον ορίζοντα μου έκρυψε
μου πήρε το χαμόγελο απ’ τα χείλη
τον ήλιο που με φώτιζε πού έβαλε
ποια μοίρα στη σκιά της μ έχει στείλει

μου λείπουνε τα μάτια σου που έβλεπα
κι ανάβαν τα κεριά μου ένα ένα
του πάθους η ανάσα μου που έκαιγα
στα χέρια που τυλίγανε εσένα

πού πήγε η φωνή σου και με άφησε
σε θάλασσα τη νύχτα δίχως φάρο
ποια ήταν η φουρτούνα που μ’ ανάγκασε
το πλοίο της σιωπής να κουμαντάρω

τα μάτια μου τα κλείνω και σ’ αισθάνομαι
καντήλι απ’ το λάδι της καρδιά μου
το φως σου να με καίει και να χάνομαι
να ζω και να πεθαίνω έρωτά μου

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

έτσι τα βράδια σε θυμάμαι


άλλη μια μέρα πέρασε
και ο καημός με κέρασε
σ ένα βαθύ ποτήρι
απ’ τη δική σου γύρη

η νοσταλγία μ’ άφησε
μία υγρή επιθυμία
στα χείλη μου σε κράτησε
σαν θεία κοινωνία

σε πίνω με τη σκέψη μου
βουτώ μες τη καρδιά μου
γέμισα το ποτήρι
που η θύμηση σερβίρει

ωρίμασες στα μάτια μου
σαν το παλιό κρασί
σε κράτησα στα βάθη μου
αγάπη μου υγρή

τώρα που είμαι μακριά σου
τα βράδια τα μοναχικά
πίνω μαζί σου στην υγειά σου
το μούστο σου απ’ τη καρδιά

έτσι τα βράδια σε θυμάμαι
με ξενυχτάς και δεν κοιμάμαι
έχω τα μάτια μου κλειστά
μα είσαι εσύ παντού μπροστά

έρωτας είναι και με πάει
καρδιά καρδιά μου κι αγαπάει
πώς πες μου να αντισταθείς
και πως στα δυό να μην κοπείς

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

το όνομά σου φυλαχτό

το όνομά σου φυλαχτό
μες στη καρδιά ζωγραφισμένο
να μην το πιάνει μάτι
το χω κρυμμένο μυστικό
στα βάθη μου είναι φυλαγμένο
μαζί μου με αγάπη

κι όταν το στόμα ψιθυρίζει
γράμμα το γράμμα τ’ όνομα σου
βγάζουν τα στήθη προσευχή
η σκέψη γύρω σου γυρίζει
ριγούν τα χείλη στ’ άγγιγμά σου
γίνεσαι υπόσχεση κι ευχή

θέλω να είσαι στη ζωή μου
μέσα μου γύρω μου παντού
γιατί μονάχα έτσι ζω
να σου το λέω είσαι η αρχή μου
σε θέλω εδώ κι όχι αλλού
να σου φωνάζω σ’ αγαπώ

πάλι απόψε μακριά μου
γίνετ’ η απόσταση φονιάς
ανάβει κόκκινα φανάρια
πράσινο έχεις στη καρδιά μου
του έρωτα σου ο βοριάς
μου δείχνει τα δικά σου αχνάρια

πόσο θα ήθελα να βρω
δύο φτερά και να πετάξω
να γίνω απόψε ένα πουλί
μια προσευχή για να σε δω
πόσα θεέ μου να σου τάξω
το βράδυ να μας βρει μαζί

πάρε με άνεμε βοριά
φύσα και πάμε εκεί ψηλά
φύλλο η καρδιά μου, σήκωσέ τη
άκου πως τρέμει σου μιλά
είναι η αγάπη μου μακριά
ψάξε και βρες τη , φίλησέ τη

στείλε της γράμμα τα φιλιά μου
είναι τα χείλη μου υγρά
έχουνε πάνω τ’ όνομά της
στέλνω κι αγάπη απ’ τη καρδιά μου
να ναι τα βράδια της ζεστά
να μην κρυώνει στα όνειρά της

πες της το πώς την αγαπώ
να ξέρει πως δεν είναι μόνη
πως θα χει δίπλα της εμένα
γη θα κινήσω και ουρανό
η απόσταση δεν με παγώνει
κι ας είν’ τα χέρια μου δεμένα