Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

εξίσωση αγνώστων παραγόντων


ηθοποιοί και θεατές ετούτης της ζωής
εξίσωση αγνώστων παραγόντων
γινόμενα μιας άγνωστης μορφής
συντελεστές στον ορισμό των όντων

με σκέψη πάντα και με στοχασμό
πάνω σε τούτο το θνητό μας σώμα
βάζει το σχέδιο το μυαλό
μα πάντα η καρδιά το χρώμα

μάτια που είδανε τη θλίψη
ξεγέννησαν στο χέρι τη πυγμή
φωνές απαισιόδοξες στη σκέψη
ατσάλωσαν της θέλησης σιωπή

αναρωτήθηκες…γιατί η ζωή δεν βγάζει νόημα
δώσ’ της το νόημα το δικό σου..
απόρησες… γιατί η στιγμή περνάει ανώνυμα
δώσ’ της τ’ όνομα το δικό σου..

μα κι αν ακόμα γεύτηκες γεύση πικρή
δώσε της γλύκα με αγάπη
ακόμα κι αν εμέτρησες και σου εφάνηκε μικρή
πρόσθεσ’ της μ’ έργα μια πράξη

ηθοποιοί και θεατές ετούτης της ζωής
παράσταση, δίχως σενάριο προδιαγεγραμμένο
μονόπρακτο γεμάτο λάθη της στιγμής
πάνω σε σύμπαν αλάθητα σχεδιασμένο

ζωή , μιά λίμνη αρυτίδωτη η επιφάνεια του νερού σου
βουτάει ο χρόνος μου και σπάει τον ακίνητο καθρέφτη
μοιραία οι κύκλοι μου διαγράφονται πυκνοί
περνούνε αραιώνουνε και σβήνουν ….

ξημέρωσε κι ακόμα σε λατρεύω...

βράδιασε γιά να σ' ονειρευτώ
ο ισκιος σου ειναι γεμάτος φως
σαν φτάσεις δειλινό κοντά μου
στάσου εμπρός απ το μισόκλειστο το βλέφαρο του ήλιου
θα σε γνωρίσω απ τη σκιά σου φως μου
μα αν έρθεις απ τη στράτα των ανέμων
έλα με τ άρμα του βοριά..
αυτός ο άνεμος από τα παιδικά μου χρόνια
το μύρο του κορμιού σου μου 'φερνε και τ άγγιγμα σου
θα σε γνωρίσω απο το λύγισμα των καλαμιών του Ευρώτα
που θα ανεμίζουνε σαν κροσσωτά μαντήλια
χαιρετισμό στον ερχομό σου ..
αν είναι νύχτα πιάσε του φεγγαριού το νήμα
να μην παραπατήσεις, μην ματωθεί ο ίσκιος σου ψυχή μου
και ακολούθησέ το στη χαραυγή που δυεί
θα μ έβρεις ξάγρυπνο και θα σου γράφω
γύρε ελαφριά επάνω απ τους ώμους
κι απίθωσε τα κρύα δαχτυλά σου
δροσιά αυγής στο φλογισμένο προσωπό μου
ξημέρωσε κι ακόμα σε λατρεύω ...

απόψε

απόψε ,εκεί όπου υπάρχεις
ο αέρας γίνεται ζεστός για μένα
κάθε ανάσα σου... ανάσα μου..ρίγος ζωής
στη χώρα των ματιών σου θέλω να κατοικήσω
στην αγκαλιά σου να ανατέλλει η μέρα
να δύει ο ήλιος στου ορίζοντα σου τα φιλιά
τα χέρια που θα σε ξεντύνουν
ν’ απλώνουν ομορφιά στις νύχτας τις σκιές
και τα φιλιά θα σου μετρούν τη σάρκα
για να σου ράψουν με έρωτα
της ηδονής το πάθος επάνω στο κορμί σου...εφαρμοστό
να μην χωράει τίποτα άλλο έξω από τον πόθο μου για σένα
για να κεντήσουν πάνω σου των θέλω μου τη λαχτάρα
πόσο σε θέλω απόψε
απόψε λέω τη κάθε μέρα που θέλω να ζω μαζί σου
δίχως το αύριο να τρεμοπαίζει
μόνο απόψε ...κυματοπαίζει η μορφή σου
άγρια τρικυμία στο ουρλιαχτό της νύχτας
στην χώρα του αχώρητου…
στήνει βωμό στο δυνατό αδύνατο

απλα θαρρώ , πως έτυχε να έχουμε την ίδια "ηλικία "


Δύο φορές γεννήθηκα
πρώτη φορά ζωή που άρχισε στο πριν..
σαράντα τέσσερα και κάτι έτη
χρόνια που ήρθαν , που πέρασαν και έφυγαν
ζωή που έζησα στο χτες
σ έντυσα με ένα φόρεμα, απέριττα λιτό
ματώνοντας τα δάχτυλα που ψηλαφούσαν ρόδα
ζωή που έκλεισα μέσα σε ένα δάκρυ
κυλάς καυτή στο μάγουλο και χάνεσαι ,στεγνώνεις
αφήνοντας μια παγωμένη αίσθηση στο δέρμα
...για δεύτερη φορά ,γεννήθηκα σ ένα φιλί δικό σου
θέρισα του έρωτα το αύριο με τη σπορά του χτες
παρασκευή…η μοίρα κι ο καιρός το είχανε ορίσει
δεν ξέρω, το πώς και το γιατί , ούτε για πόσο
μόνο να σ αγαπάω θέλω ,χωρίς αιτία και σκοπό
δε θα μαδήσω τον ανθό σου μ ερωτήσεις
εισέπραξα και παλαιότερα το μίσχο της αμφιβολίας
αγκάλιασα το χρόνο σου μ εμπιστοσύνη
σε ονομάζω σήμερα , ωσότου τ όνομά σου ανακαλύψω
ζωή μου, απλά θαρρώ, πως έτυχε να έχουμε την ίδια "ηλικία"

αδιάλειπτη παρέλαση σιωπής


Αβέβαιο σχήμα το θολό σου βλέμμα μείλιχο μυστικό
λήκυθος της αγάπης αίνιγμα χωρισμού
αδιάλειπτη παρέλαση σιωπής στα νεύματα των μακρινών σου οριζόντων
ματιά με τη ματιά μυρίζει ο ήλιος γιασεμιά χιονίζει άσπρα κρίνα
με τις γωνίες των χειλιών σου προσμετρώ την ευτυχία
και στις καμπύλες του κορμιού σου πίνω νερό της λησμονιάς με νόστο ταξιδεύω
στ απάφρισμα των παφλασμών της ηδονής σου ναυαγός ξεβράζεις στο δικό μου πάθος
μπουμπούκια τριαντάφυλλα τα χείλη μου
σκάνε και ανοίγουνε λευκά όταν αγγίζουν τα δικά σου
στέρεα ορμήματα ψυχής παλλόμενοι ιριδισμοί χρωμάτων έρωτα διαυγάζουν
με άλματα αποκοπής απ’ το νεφέλωμα της νάρκης
τη μοναρχία της καρδιάς μ’ ενάργεια λιτή φωτίζουν
γκρεμίζουν φράγματα χτίζουνε χάσματα στην κορυφή και στην ακμή του χρόνου
ενώνουν το φως του ουρανού με την αποσκιάδα του Άδη

ονείρου οδύσσεια


Στη λάμψη των χρωμάτων της επιθυμίας
στα φωτεινά της θέλησης οράματα
ονείρου οδύσσεια η μορφή σου
σαν κάλλος πρωτογέννητο στο λυκαυγές της μέρας
ψίθυρος και πνοή μέσα στ' αυτιά μου
σαν όμορφο κι αλήτικο αγγελούδι
φιλί ζωής μετάγγισες το νέκταρ της ζωής σου
κατέβηκα τη σκάλα της ψυχής σου
και υψώθηκα στον έβδομο ουρανό
τα λόγια σου…είναι της γης ερωτικά τραγούδια
που μελωδούν στον ήλιο σ αγαπώ
τα μάτια σου… είναι δίδυμα πανσέληνα φεγγάρια
το λυκόφως σε ώρα δειλινής μελαγχολίας
κι όλα μαζί σου είναι έρωτας

"όσον ενδέχεται αθανατίζειν"

Μην γράψεις μόνο
στίχους Αγάπης
με χωματένια όραση
αλλά να πολεμήσεις ,να σταθείς
στα στενά στις Θερμοπύλες
και στα νερά της Σαλαμίνας
τον εχθρό
να στρατευτείς με ανδρεία οπλισμένος
και να νικήσεις
τους δραγάτες του Πατέρα Χρόνου
τους δυο αδελφούς
Ύπνο και Θάνατο
με έμπρακτη γνώση και ανθρωπιά
μέσα σε μέλανα χολή
το πόνο τέχνη να τον κάνεις

βαγόνια είμαστε κλειστά ,
γεμάτα πόνο
σερνόμαστε στις ράγες μας

με κόμιστρο τι ;

λίγες ανάσες ζωής για Δώρο
χάρισμα της εγίναμε
γευτήκαμε γλυκόπικρο καρπό

και ο προορισμός ;

ας είναι τον πόνο των ανθρώπων
να ελαφρώνουμε
να φιλάμε τα δακρυσμένα μάτια

τι μαθητές ; !

σπουδάσαμε στον ίδιο πόνο
μάθαμε να μιλάμε την ίδια γλώσσα
αγάλματα που αγάλλουνε τους θεατές

σε ποιο στρατί ;

στην ανηφόρα του έρωτα
γυμνάσαμε την αγάπη
και στην σκιά της ξαποστάσαμε

και από το δέντρο της ζωής

σαν ποιητές μυρίσαμε τον ανθό της
με σοφία γευτήκαμε τον κάθε της καρπό
αλληλοσπαραχτήκαμε μαζί της

Ζωή πήραμε και την ζωή μας δώσαμε

δεν ηττηθήκαμε

Χωμάτινα λυχνάρια είμαστε
που πόθησαν αθανασία
να ανάψει ο θάνατος όταν περάσει
φεγγοβολώντας το άπειρο της ύπαρξής μας
στην άμεση ,την ρέουσα ,την πυρωμένη μας ζωή
ερχόμενη απ την γέννηση στον θάνατο
όπως ο βαθυδίνης ωκεανός
με όλα της τα μαγικά
ωραία και κακά γευτήκαμε
στρατευμένοι ποιητές της ανθρωπιάς
τι και αν *εξέπνευσεν* λοιπόν ;

δεν ηττηθήκαμε

νικήσαμε τους δυο αδελφούς
υπνο και θάνατο
με σύμμαχο την αγάπη
πάντα με αγρυπνία υπαρκτική βαδίσαμε
με oδηγό τα μάτια της ψυχής μας
σε μονοπάτια αλάθευτα
ξοδέψαμε την Ζωή μας
ελεύθεροι πετάξαμε στην δίνη του απείρου