Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

μέσα απ' του καιρού τα βάθη

. .


ζούνε μ’ έρωτα οι ανθρώποι
μα πεθαίνουνε μονάχοι
σαν ερημωμένοι βράχοι
κι ζωή βουτάει η φταίχτρα
της χαράς όλα τα ρέστα

και 'μείς αγάπη μου μεγάλη
δυό αλήτικα πουλιά
κλέβουμε μαζί φιλιά
απ' του χρόνου την αρένα
με του έρωτα την πένα

μέσα απ’ του καιρού τα βάθη
έρχονται κάτι στιγμές
απρόσκλητες,.. σαν αγκαλιές
κρύβουν πάνω τους αιώνες
κι αψηφούνε τους κανόνες

στης ζωής τον άδειο δρόμο
σίδερα κολλούν στη βράση
μιά φωτιά μας έχει κάψει
όταν του έρωτα το βέλος
είν’ της μοναξιάς το τέλος

ζούνε μ’ έρωτα οι ανθρώποι
κάποτε είναι μονάχοι
κουβαλούν πολλά τα λάθη
όνειρα που ‘χουν νυχτώσει
και τους έχουνε προδώσει
. .
. .

ποίημα που δεν έχει ρίμα


έπαιξες κρυφτό το βράδυ
κρύφτηκες μες το σκοτάδι
άνοιξε την αγκαλιά του
πέταξες με τα φτερά του

σ’ ένα ουρανό μ’ αστέρια
νύχτα και με άδεια χέρια
μ’ άφησες μόνο στον Άδη
δίχως ένα σου σημάδι

πέρασες απ’ τη καρδιά μου
έρωτας απ’ τα όνειρά μου
είχε η μέρα μου ένα γέλιο
που ήσουνα μαζί μου τέλειο

τώρα αθόρυβος ο θρήνος
άσπρος λαβωμένος κρίνος
σκάβει της καρδιάς τα βάθη
κι είναι στη ψυχή αγκάθι

τσακισμένο γιασεμί
δίχως ένα σου φιλί
των χειλιών μου ο άδειος κήπος
άνθος με ένα μαραμένο ρίγος

μες της κάμαρας την άκρη
με μια πίκρα κι ένα δάκρυ
έγινε το κάθε βράδυ
ένα απύθμενο πηγάδι

άλλοτε είχε νερό
τώρα άνυδρο ξερό
του έρωτα σου η πηγή
στέρεψε πριν να ‘ρθει αυγή

σ’ ένα ερημικό τοπίο
μένω ένας κι όχι δύο
να μονολογώ τα βράδια
δίχως τα δικά σου χάδια

μ’ ένα μοβ του πένθους χρώμα
έβαψε η καρδιά το σώμα
κι αγάπη ένα κλαδί
ραγισμένη σαν γυαλί

στέκει μόνη ένα δοξάρι
δίχως του βιολιού τη χάρη
μελωδία βουβή στο κύμα
ποίημα που δεν έχει ρίμα

καταλήξαμε σκιές
κάτω απ’ τις αστροφεγγιές
σκοτεινές χωρίς φεγγάρι
στου έρωτα το μαξιλάρι