Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010


Μεσσίες πέρασαν πολλοί
από τη γη ετούτη
κρατούσαν είπαν το κλειδί
από χρυσό σεντούκι

μήλα μας φέρνανε χρυσά
από τις εσπερίδες
ξέρανε λέει τα μυστικά
κι είχαν σακιά μ’ ελπίδες

άνοιγαν όλα τα κλουβιά
τα διπλαμπαρωμένα
μα η δική τους η καρδιά
είχε τ’ απωθημένα

κόσμος μαζεύτηκε πολύς
ν’ ακούσουν και να δούνε
γέλασε αυτός περιχαρής
που όλοι τον κοιτούνε

-είμαι εγώ πραματευτής
έχω γιά όλους ρούχα..
κι ο Έλληνας ο δυστυχής
είχε καμένη γούνα

βάραγε κάτι τύμπανα
βαρύγδουπα μεγάλα
ήχους που μύριζαν πολύ
σαν το κομμένο γάλα

κι απ’ το πολύ το πες και πες
εμείνανε κάτι σκιές
μαραζωμένες στις ψυχές
να μας θυμίζουνε το χτες

μεσσίες πέρασαν πολλοί
σωτήρες άλλοι τόσοι
ξοδέψανε οι ισχυροί
της ανθρωπιάς το γρόσι

είναι ο κόσμος της σιωπής
κλειδί του παραδείσου
ψάξε αδερφέ μου να το βρεις
στο πάτο της αβύσσου

μεσσίες πέρασαν πολλοί
από τη γη ετούτη
κανείς δεν είχε στη ψυχή
και στη καρδιά τα πλούτη