Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Πάλι εσύ ..

σήμερα που ‘ρθε το πρωί
του ήλιου είχες τη χάρη
χρυσή δροσούλα την αυγή
του Μάη μελωδικό δοξάρι

έκρυβε η νύχτα στο φεγγάρι
τα όμορφα μάτια σου κλειστά
λίγη απ’ την ομορφιά να πάρει
όσο θα τα ‘χεις σφαλιστά

πάλεψε η μέρα να σε πάρει
μες τη δική της αγκαλιά
σκιές Σαρακηνοί κουρσάροι
δεν της πτοούσαν την καρδιά

χαμόγελα άφησες γλυκά
στον ουρανό και γίναν άστρα
μία σου μπούκλα απ τα μαλλιά
αχτίδες σου στου φεγγαριού τα κάστρα

λύπη και πονεμένο δάκρυ
για τις χαμένες της αξίες
φτάσαν στου άπειρου την άκρη
φτιάξαν στο σύμπαν γαλαξίες

και ‘γω στα μάτια σου κοιτάζω
βλέπω τον κόσμο μέσα όλο
κάθε πρωί που σ’ αγκαλιάζω
μες της αγάπης σου το θόλο

Εσύ ..


είσαι το φως μου εσύ που πάντα έψαχνα
στις ερημιές στου νου μου τα σοκάκια
είσαι τα όμορφα που κάθε βράδυ έφτιαχνα
απ’ τη λαχτάρα της καρδιάς στιχάκια

μιά αγκαλιά σου
κι ας χαθώ
στα δυό σου χέρια
θα πνιγώ
στου ερωτά σου τον απύθμενο βυθό
κι αν χρειαστεί
και τη ζωή μου
να σου δώσω
ούτε λεπτό δεν θα διστάσω
θα ‘ρθω εκεί στα βάθη σου
θα σ’ αγκαλιάσω
και στο φιλί σου επάνω
εγώ θα σβήσω

είσαι το φως μου εσύ που πάντα έψαχνα
σ’ όλα εκείνα που αρνήθηκα ν’ αφήσω
είσαι ο όρκος που για σένα έκανα
πως τα σκοτάδια της ψυχής μου εγώ θα σβήσω

άτιτλο


εγώ δεν είμαι από δω
δεν είμαι από τούτο το πλανήτη
είμαι από άλλο ουρανό
εκεί που δεν τον βασιλεύει η λήθη

ζούνε στα μέρη μου παιδιά
που ‘χουνε καθαρή καρδιά
αργούν πολύ να μεγαλώσουν
γιατί τον όρκο τους δεν θέλουν να προδώσουν

ίσως στα λόγια να ν φτωχά
και να ‘χουν μέρες μετρημένες
γιατί σπατάλησαν πολλά
κι είχαν τα αισθήματα ποιμένες

ίσως στην άλλη τους ζωή
τα όνειρα τα φυλαγμένα
που τα κρατούσαν στη ψυχή
να μην γινούν χαρτιά καμένα

γύρω μου κόσμος ταραχή
τυχαία στη ζωή ριγμένος
να ξημερώσει θέλει η αυγή
κι ο ήλιος είναι ξεχασμένος

μες της νυχτιάς τα βάσανα
στα όνειρα του τα θολά
μαζί του εγώ ανάσανα
του κόσμου ετούτου τα στραβά

είναι το φως του φίλος
μα της ανατολής ο δρόμος
σταυρός στη πλάτη ξύλινος
πληγή και ματωμένος ώμος

τρέχει το αίμα μας ποτάμι
της ανθρωπιάς στάζει ο ιδρώτας
ζωή μας έμεινε ένα δράμι
γυρίζει ο χάρος το κλειδί της πόρτας

τρίζει ο σκουριασμένος μεντεσές
φωνάζει σήμανε η ώρα
αύριο δεν έχει , μόνο χτες
τελειώνει της ζωής η μπόρα

πάμε και δεν γυρίζουμε
ταξίδι στα όνειρά μας
εκεί όπου αξίζουμε
στα μέρη τα δικά μας
αλύπητα ξοδέψαμε
της νιότης μας τη ζήση
γιατί δεν ταξιδέψαμε
στο σύννεφο της λήθης