Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

μες σε δυό χέρια όλη τη πλάση..


τρέχω καρδιά μου να προφτάσω
μήπως τυχόν και προσπεράσω
του παρελθόντος τις εικόνες
που στέκουν στο μυαλό μου μόνες

είδωλα γύρω με κυκλώνουν
παντού φωνές σε φανερώνουν
γράφουν σε πράγματα δικά σου
μέσα σε σκέψεις τ’ όνομά σου

αναπολώ τα περασμένα
κι είναι τα χέρια μου δεμένα
όσο κι αν θέλουν να σ’ αγγίξουν
δάκρυα τρέχουν να με πνίξουν

είναι που μ’ άφησαν τα χάδια
μέσα μου και έξω μου σημάδια
όπως το φάρο η μορφή σου
για να φωτίζεται η ψυχή σου

ακολουθώ από δω τα ίχνη
κι ας με κυκλώνει η ομίχλη
βρίσκω το δρόμο της καρδιάς μου
κει που ξυπνήσαν τα όνειρά μου

ήταν η διαδρομή Ηράκλεια
άθλος για ότι αγαπάς
όχι δεν ήταν η προσπάθεια
μόνο το ρίγος της καρδιάς

μονολογώ σε συμπληγάδες
σκέψεις που μοιάζουν με φονιάδες
όχι από κείνες που πεθαίνουν
χτύποι καρδιάς που μ’ ανασταίνουν

κι όσο κι αν τρέχω να ξεφύγω
είσαι η φωνή μέσα και γύρω
σ’ έχω καρδιά μου αγκαλιάσει
μες σε δυό χέρια όλη τη πλάση..

να λάμψει μάρμαρο λευκό η ψυχή …


αχ βρε έλληνα κορόιδο
νύχτωσε πια ,άκου το χτύπο της καρδιάς σου
σε κάποιο έργο, σε ένα άλλο επεισόδιο
ήσουν ηγέτης της κληρονομιάς σου

θέλεις προστάτες επικαλούμενος το μέγεθός σου
πως να βαστάξεις το κενό σου, μίας χαμένης σιγουριάς
σαν να μην πίστεψες πότε στο παρελθόν σου
χτίζεις το μέλλον σου στα ζάρια μιάς ριξιάς

εσύ που ήσουνα ιδιόμορφος πατέρας
τα ιερά σου και τα όσια ξεπουλάς
μιας Ελλάδας που σε γέννησε μητέρας
βρε νεοέλληνα , δεν έμαθες επάξια να τιμάς

σα το χωράφι που του σπείρανε ζιζάνια
στη περηφάνια σου μεθοκοπάς
αδειάζοντας των αισθημάτων σου βιδάνια
πνέεις τα λοίσθια και φωνάζεις… ζήηητω η Ελλάς

ρε Έλληνα μωρέ που πας ;
αναρωτήθηκες ποτέ σου ,
αν είσαι θρέμμα μιας ανέντιμης καρδιάς ,
και όχι ο συνεχιστής του χτες σου ;

Θέλει δουλειά και ήλιο ,νερό απ την πηγή του νου
να ξεχερσώσεις το βασίλειο ,ενός γαλάζιου ουρανού
να λάμψει μάρμαρο λευκό η ψυχή …

μέσασε πέλαγος αθρόο..


όχι στο ναι αυτό της θλίψης
στον εαυτό σου να πεις ναι
τα δάκρυα που έχεις ρίξει
είναι της λύτρωσης ποινές

όσα η ζωή φέρνει στο δρόμο
ανηφοριές κατηφοριές
άστα να φύγουν απ’ τον ώμο
κάντα φιλιά και αγκαλιές

υπάρχουν μάτια μου μεγάλα
κάπου στου κόσμου τις πληγές
κάτι παιδιά όχι σαν τ’ άλλα
που δεν μεγάλωσαν ποτές

έχουν το βλέμμα το δικό σου
κάναν το βήμα σταθερό
ξέρουν πως το παράπονό σου
είναι μαχαίρι κοφτερό

στη μια πλευρά του ζει το όχι
στην άλλη κάνει στη καρδιά τομές
γιατί έχει δίκοπη τη κόψη
και στη ζωή τραβάει γραμμές

είναι το βλέμμα σου το αθώο
όπως του ήλιου η αντοχή
μέσα σε πέλαγος αθρόο
η σμαραγδένια σου ψυχή