Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

σαν αντικρίζει ένα του βλέμμα αγαπημένο


αν αγαπάς δεν έχει γκρίζο ο ουρανός
δεν έχουν σύννεφα του νου οι σκέψεις
έχει το βλέμμα λίγο απ το φως το γαλανό
λίγο κλεμμένο απ το μπλε που έχει πιστέψει

βλέπει τον ήλιο το πρωί πρώτη φορά
και τη νυχτιά σαν να μην πέρασε μιά μέρα
όπως κοιτάζει τα δυό μάτια που αγαπά
και του αγγίξαν τη καρδιά σαν τον αγέρα

έχει στη θάλασσα αγάπη για καράβι
ο έρωτα του ανοίγει τα πανιά
βάζει το πάθος για τιμόνι να τον βγάζει
βαθιά στο πέλαγος μακριά απ τη ξηρά

κι όπου το σώμα δεν αντέχει τις βολές του
σαν το σκαρί που περιμένει λαβωμένο
είναι η ψυχή που ατσαλώνει τις στιγμές του
σαν αντικρίζει ένα του βλέμμα αγαπημένο

μήπως ο φόβος με προφτάσει και σε κλέψει



κάτι στιγμές μονολογώ και συλλογιέμαι
πως θα αντέξει η καρδιά να μην σε βλέπει
νιώθω τη πίεση και υποχωρώ, τραβιέμαι
μήπως ο φόβος με προφτάσει και σε κλέψει

νιώθω βαρύ πως είναι το φορτίο
που κουβαλάμε πα στις πλάτες φορτωμένοι
και οι στιγμές που θα διανύσουμε κι οι δύο
χέρι το χέρι να μας βρουν καρδιά ενωμένη

ίσως και να ναι πια περαστική η μπόρα
μια καταιγίδα που θα λήξει πριν ξεσπάσει
πίσω απ τα σύννεφα οι μάγοι με τα δώρα
ίσως κρατούν λίγο απ’ τον ήλιο που χει χάσει

μένω μετέωρος με βλέμμα καρφωμένο
όπως το αίμα που μου πάγωσε στις φλέβες
για ένα δεύτερο μονάχα περιμένω
και ξεδιπλώνω της αγάπης μου τις βέργες

μοιάζουν ραβδάκια που όλο κάνουν μαγικά
μπορεί το τρίχωμα καμιά φορά να αλλάζω
μα ο λύκος, λύκος θα ναι πάντα στη καρδιά
και πάντα αγάπη για κραυγή εγώ θα βγάζω

ζωή μες των χειλιών τ’ αψιδωτά τα τόξα


ανάσα μες το γέλιο βαφτισμένη
ζωή μες των χειλιών τ’ αψιδωτά τα τόξα
απόσταγμα από όνειρα που μένει
μιά γεύση από έρωτα στεφανωμένη δόξα

είναι όλα τα χαμόγελα που αφήνει
το άγγιγμα στα φύλλα της καρδιάς
θροΐσματα ανέμου σε μια δίνη
που κύκλωσε αγάπη μου και μας

και κάπου στου χαμού τη καταιγίδα
ανάμεσα σε γέλια και φιλιά
πιασμένοι μες του κύκλου τη παγίδα
ο έρωτας τα βέλη του πετά

μας έβαλε αγάπη μου σημάδι
κοίτα πως τέντωσε των αισθημάτων τις χορδές
νιώσε το ρίγος της βολής στο χάδι
πως λεηλάτησε το σώμα τη ψυχή και τις καρδιές

μέτρα ψυχή μου της καρδιάς τα τραύματα
πόσο βαθιά λαβώσαν τις ματιές
από το αίμα στις πληγές πως ξεπηδούν τα θαύματα
και πως χαμογελούν οι αγκαλιές

και πες μου αν η ζωή είν’ ένα θαύμα
μιά χαραυγή ή ένα λιόγερμα στη δύση
αν όλο τούτο των ματιών το σάγμα
δεν το ‘χει κάποια αγάπη οδηγήσει

σαν όνειρα ξενιτεμένα

απ’ το μηδέν στο πουθενά
κι απ’ την αρχή στο τέλος
η θύμησή σου ξεπηδά
μες το μυαλό σαν βέλος

ρίχνει η καρδιά μου σαϊτιές
και πετυχαίνει κέντρο
κάτι μοναχικές βραδιές
μες της καρδιάς το δέντρο

ριγεί αγάπη μου ριγεί
βράδια το σώμα κι ψυχή
η θύμηση σου αιμορραγεί
δάκρυ κι αγάπη απ’ τη πληγή

είναι τα χέρια μου δεμένα
κι η αγκαλιά μου μένει άδεια
σαν όνειρα ξενιτεμένα
που τους στερήσανε τα χάδια

αργεί αγάπη μου αργεί
το φως να ‘ρθει να ξημερώσει
με τρεμοπαίζει η αυγή
στη μέρα να με παραδώσει

κι ώσπου να έρθει το πρωί
γίνονται οι εικόνες σου κομμάτια
τοίχοι που ορθώνουν φυλακή
δεσμά στα δακρυσμένα μάτια
//////////////////////////