Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

λείπεις θεέ μου


μακάρι να μπορούσα
λίγο το φόβο να σου πάρω απ το βλέμμα
θα σε κρατούσα
σε μιά αγκαλιά ,σφιχτά ,μακριά απ το ψέμα

καρδιά θλιμένη
και μάτια πλάνα
ζαριά ριγμένη
σε πόθου αλάνα

βαριά η νύχτα
το φως αργεί να βγει να ξημερώσει
και μία πίκρα
μιά απουσία, σε έχει μέσα της διπλώσει

καρδιά στενάζει
ψάχνει να βρει
και το μαράζι
μονολογεί

που να σαι τώρα
στα μάτια σου ποια θλίψη κρεμασμένη
ξεσπάει μπόρα
κι έχει στα μαύρα τη καρδούλα σου ντυμένη

μιά ματιά σου
πως με αγγίζει
λείπεις θεέ μου
η ψυχή μου ελπίζει

μακάρι να μπορούσα
λίγο το φόβο να σου πάρω απ το βλέμμα
να σε φιλούσα
απ το ξημέρωμα ,μέχρι του ήλιου να μας βρει το γέρμα

μιά απ τα μάτια σου φωνή

κι αν περπατούσα ,κι αν έλεγα πως ζούσα
λείπαν τα μάτια που αγαπούσα
ήταν το βήμα φυλακή
πίσω απ τα κάγκελα εσύ
κι εγώ δήθεν ελεύθερος
μα ήμουνα της μοίρας δέσμιος
με κυνηγούσε ο πόνος
της μοναξιάς που μ όριζε ο χρόνος

μία καρδιά που ήτανε κουρέλια
μακριά απ του έρωτα τα γέλια
και μιά αγάπη πόλεμος
μες σε δυό στήθια που τα μάτωνε ο όλεθρος
μόνη να αντέχει το ναυάγιο
δίχως προστάτη δίχως άγιο
στον άνεμο με μιά ψυχή σαν το φτερό
φύλλο, να παραπαίει στο καιρό

κείνος ο κόσμος της σιωπής
που στάθηκε εμπόδιο της φωνής
εκεί που η μοίρα μ έβαζε να ανήκω
κάπου ανάμεσα στου σκοταδιού τον ήχο
μία απ τα μάτια σου φωνή
ήρθε και γκρέμισε αγάπη μου το τοίχο
βγήκε απ τα στήθια μου κραυγή
το σ αγαπώ και φτιάχνει στίχο

είναι η αγάπη βλέπεις βάλσαμο
σα το νεράκι της πηγής
στο διψασμένο απ το χρόνο χώμα
που η μοίρα του , το χάραξε
κι η αγκαλιά σου ανάσα μου
στην ασφυξία της ζωής
πνοή κι ένα μπουκέτο χρώμα
στο χέρι σου που μ άγγιξε
@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@