Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

χείλια, χαμόγελα, όλα χώρια

κι όλο τραβώ και περπατώ
σε δρόμο δίχως τέρμα
τα βήματα σου ακολουθώ
τυφλός σ’ αυτό το τέλμα

στα όρια σου τα στενά
μες του μυαλού μου τις στοές
η θύμησή σου μου τραβά
τις τεντωμένες μου χορδές

τραγούδι μέσα μου αρχινά
νότες παράφωνες και φάλτσες
από τα μάτια μου περνά
η αγάπη σου με γυρισμένες πλάτες

απόηχος που όλο φθίνει
είδωλο άυλο θαμπό
και μια στο στόμα μου αφήνει
γεύση από έρωτα πικρό

μ' έχει δεμένο η στενοχώρια
πήρε τα σκήπτρα απ’ τη χαρά
χείλια, χαμόγελα, όλα χώρια
μοιάζουν με ρούχα δανεικά

και που να μπω ,που να χωρέσω
σε ποια βραδιά ,σε ποιο καημό
πώς μες στα στήθη μου να πλάσω
το ραγισμένο σου πυλό

σαν έπεσε η αυλαία


τα χείλη που φιλήθηκαν
και δυό ζωές ενώσαν
τώρα που λησμονήθηκαν
μάρμαρα γίνανε , πετρώσαν

αγάλματα αμίλητα
παράπονο το βλέμμα
χείλια κυρτά κι αφίλητα
με παγωμένο αίμα

τα χάδια μας τ’ ανείπωτα
κι οι όμορφες πτυχές
σκάβουνε στη καρδιά πληγές
σκαλίζουν αγωνίες

και κείνη η αγάπη μας
που άγγιζε τα άστρα
πέφτει , ματώνει το κορμί
στου χωρισμού τ’ αγκάθια

μέσα τους δρόμους τριγυρνά
στάζοντας μία θλίψη
σε σκέψεις και παραπατά
σε αγκαλιές που έχουν λείψει

σ’ έρωτες που ταξίδεψαν
σε θέλγητρα μοιραία
και μέσα μας παγίδεψαν
σαν έπεσε η αυλαία

κάθομαι και μονολογώ
σε σκέφτομαι και κλαίω
τα δάκρυα και τα σ’ αγαπώ
που έφταιξες , που φταίω

όλα μου γύρω μια θηλιά
μια ακονισμένη αγχόνη
κόβει στα δυό την αγκαλιά
η μοναξιά με ζώνει

μοιάζει ετούτη η φωνή
σαν συλημένος τάφος
και του έρωτα μας η στροφή
βουτιά σ’ αβυσσαλέο βάθος