Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

φυσάει βοριάς


φυσάει βοριάς
φυσάει νοτιάς
άνεμος νοτισμένος
υγρός στα φύλλα της καρδιάς
στη ζεστασιά μιας αγκαλιάς
χτύπος φυλακισμένος

σκορπάει αλλού
σκορπάει παντού
κύματα της αγάπης
γλυκό νερό του ερχομού
μέσα απ’ τη γεύση του φιλιού
ο έρωτας σου ο αντάρτης

κι εγώ σε θάνατο αργό
σ’ έναν ερωτικό χορό
γύρω απ’ τον εαυτό μου
υψώνω χέρια στο θεό
γυρνώ στης μοίρας το ρυθμό
ικέτης στ’ όνειρο μου

φυσάει βοριάς
φυσάει νοτιάς
άνεμος ξεχασμένος
εκεί στα βάθη της καρδιάς
στο παρελθόν μίας βραδιάς
χτύπος φυλακισμένος

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

άνεμος φύσηξε βαρδάρης


σ’ ένα φιλί
με μια ματιά
ενώσαν οι ζωές μας
πρώτο φιλί
πρώτη ματιά
αιώνια οι στιγμές μας

μείναν εκεί
στέκουν εκεί
στην άκρια του δρόμου
καυτή αρχή
ζεστό φιλί
δικό σου και δικό μου

σε μια αγκαλιά
μία βραδιά
άνεμος φύσηξε βαρδάρης
και η καρδιά
πήρε φωτιά
χειμώνας ήτανε ,Γενάρης

η θύμησή σου
η θύμησή μου
αγάπες ,έρωτες ,στιγμές
είναι η ζωή σου
είναι η ζωή μου
μοίρα σου ,μοίρα μου , κοινές

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

λείπεις και ψάχνω να σε βρω

λείπεις και ψάχνω να σε βρω
ψάχνω να δω αν είσαι εδώ
νιώθω παντού το άγγιγμα σου
πάνω σε τοίχους τ΄ όνομά σου

στίχους αφήνω σε χαρτί
χτύπους με ένα χρώμα γκρι
μέσα σε πράγματα δικά σου
άψυχα , ψάχνω τη καρδιά σου

λείπεις και μοιάζω με λυγμό
στη μοναξιά που ακροβατώ
κι είναι η δική σου απουσία
βυθός στη λίμνη Αχερουσία

γράφει η καρδιά ένα τραγούδι
θλιμμένο άχρωμο λουλούδι
ζητά μιά νότα απ’ τη καρδιά σου
λίγο ρυθμό απ’ τη ματιά σου

λείπεις κι αγάπη περιμένω
πότε θα ‘ρθει ότι προσμένω
πότε θα πιω την αγκαλιά σου
πότε τη μέθη απ' τ’ άγγιγμά σου
-------------------------------
στου έρωτά σου τη σιωπή
που σεργιανίζει στη ψυχή μου
τις αναμνήσεις μια μορφή
το πάθος ξημερώματα ξυπνάει
τις πίκρες της γλυκό κρασί
που κουβαλάει στη θύμησή μου
απ το παλιό βαρέλι στη ζωή
αδιάκοπα ο πόθος με κερνάει

σε θάνατο αργό


φυσάει βοριάς
φυσάει νοτιάς
άνεμος νοτισμένος
υγρός στα φύλλα της καρδιάς
στη παγωνιά της μοναξιάς
χτύπος φυλακισμένος

σκορπάει αλλού
σκορπάει παντού
το κύμα της αγάπης
γλυφό νερό του χωρισμού
ένα συναίσθημα πνιγμού
έρωτας λιποτάχτης

κι εγώ σε θάνατο αργό
μ’ έναν ατέρμονο χορό
γύρω απ’ τον εαυτό μου
υψώνω χέρια στο θεό
γυρνώ στης μοίρας το ρυθμό
ικέτης σ τ’ όνειρο μου

φυσάει βοριάς
φυσάει νοτιάς
άνεμος ξεχασμένος
εκεί στα βάθη της καρδιάς
στο παρελθόν μίας βραδιάς
χτύπος φυλακισμένος

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

θέλει καρδιά για ν' ανατέλλει η χαραυγή




γύρνα το βλέμμα στα ποτάμια που περάσαν
δες στα νερά τους μαύρα είδωλα θολά
πήραν μαζί τους τις ζωές και τις ξεβράσαν
μέσα στη λήθη στη πηγή της λησμονιάς

σκόρπια τα όνειρα σε βάρκες αφημένα
με τα πανιά τρύπιες ελπίδες να θυμίζουν
μες σε λιμάνια μοναχά ναυαγισμένα
πόθους φορτία ξεχασμένα λιμενίζουν

που 'νε του κόσμου η ανέσπερη διαθήκη
νύφη παρθένα τόσα χρόνια καρτερεί
την αφροσύνη χρόνια ζωσμένη σε μια θήκη
έχει εικόνα και θεό για να οδηγεί

ετούτη η βάρκα που έχει πλώρη για τον άδη
θέλει το στίγμα σου ατσάλι στη στιγμή
θέλει το φως σου να φωτίζει το σκοτάδι
θέλει καρδιά για ν' ανατέλλει η χαραυγή

είδωλα γκρι


κρατάς τη δύση μου στα χέρια σου και φεύγεις
πάνω μου αφήνοντας το δρόμο μιας φοβέρας
σβήνει η σκιά σου καθώς πας ,με παγιδεύεις
στο ηλιοβασίλεμα τελειώματα μιας μέρας

παίρνει η σκέψη μου μια αντίστροφη πορεία
πίσω μαζεύοντας του χρόνου το κουβάρι
μα τη ροή στο χρονικό της απουσίας
μου τη φωτίζει με μια αχτίδα το φεγγάρι

είδωλα γκρι μνήμες με φόντο τη καρδιά μου
σ’ ένα τοπίο που η μορφή σου τώρα λείπει
φτιάχνουν εικόνες τεθλασμένες τα όνειρά μου
μέσα σε κάδρο τυλιγμένα με μια θλίψη

βήματα κάνω μ’ οδηγούν οι ψίθυροί σου
σαν τις σειρήνες που ξυπνάει το πέρασμά σου
κι εγώ δεμένος σε μια ανάγκη εκεί μαζί σου
φυλακισμένος κυνηγώ το άγγιγμά σου

δρόμοι σοκάκια και πολύβουες πλατείες
ήχους αφήνουν που η σιωπή σου διαπερνά
μοιάζοντας μέσα μου χαμένες πολιτείες
σε μια καρδιά που η μορφή σου κυβερνά

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

μωβ τριαντάφυλλο

μωβ τριαντάφυλλο φιλώ
ποτίζοντάς το δάκρυ
μονάχος μου να του μιλώ
μονάχος για αγάπη

το ‘χες χαρίσει κάποτε
μαζί με τη καρδιά σου
μου είχες πει τότε ποτέ
δεν θα ‘μαι μακριά σου

τώρα μονάχος το κρατώ
μονάχος συλλογιέμαι
στο στόμα σου το σ’ αγαπώ
που χάθηκε ρωτιέμαι

ερίζωσαν οι στεναγμοί
από το μέτωπό μου
από τα μάτια μου οι λυγμοί
στ' άρωμα τ’ όνειρό μου

κι αντί αυτό να μαραθεί
η λησμονιά να σβήσει
μέσα απ' χέρια μου ανθεί
ψυχή το ‘χει ποτίσει

κόκκινο παίρνει της καρδιάς
χρώμα όπως το αίμα
στη σκέψη μου όταν περνάς
κάλπικη σα το ψέμα

γίνεται όλο μια πληγή
ψυχή καρδιά μου σώμα
αιμορραγεί στάζει στη γη
κόκκινο απλώνει χρώμα

κι όπως στα χέρια το κρατώ
αγκαθωτά όνειρά μου
τρυπούν τη σάρκα μου ξυπνώ
σκορπούνε τη χαρά μου

μωβ τριαντάφυλλο φιλώ
μιλώντας του για αγάπη
ποτίζοντάς το με λυγμό
ποτίζοντάς το δάκρυ

μα η λαχτάρα μου για σένα ξενυχτά


νύχτα κι απλώνεται τριγύρω μου το βράδυ
στα βλέφαρά μου ο μορφέας ακουμπά
ρίχνει αυλαία μες στα μάτια μ’ ένα χάδι
μα η λαχτάρα μου για σένα ξενυχτά

μέσα στη μνήμη την ημέρα ξεχασμένη
σε ένα υπόγειο του μυαλού μου φυλακή
ακούει το χτύπο της καρδιάς και περιμένει
όταν η θέληση αργά αποκοιμηθεί

παίρνει του πάθους τα σκαλιά μου ένα ένα
σα το νερό που αναβλύζει από πηγή
τρέχει στις φλέβες μου ζεστή όπως το αίμα
από του πόθου τη πληγή που αιμορραγεί

κι όσο κι αν θέλω μες τη λήθη να την πνίξω
σ’ ένα λαβύρινθο μονάχη να χαθεί
βρίσκει το δρόμο της αγάπης απ’ το χτύπο
που μες στο στήθος μου η ηχώ της αντηχεί

νύχτα να πιώ απ’ το νερό της λησμονιάς σου
δεν με αφήνει η στερεμένη σου πηγή
δένει η ξαγρύπνια τα δεσμά μου ο φονιάς σου
χάραμα να ‘ρθει να τα σπάσει η αυγή