Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

δυό ζωές


Σ’ αυτή τη πόλη
που με γέννησε
στους δρόμους
που μεγάλωσα γυρνάω
τα όνειρα αυτά
που φιλοξένησε
σε κάθε της γωνιά
τώρα σκορπάω

σαν τους διαβάτες
μες το πλήθος που σκορπίζονται
τραβώντας ο καθείς
στο προορισμό του
τραβήξανε τους δρόμους
που λιμπίζονταν
χαθήκανε στης λήθης
το χορό τους

αφήσαν τον ορίζοντα
και δύσανε
ψηλά
στις κορυφές του Ταϋγέτου
σε χρώμα χρυσοκόκκινο
καήκανε
θυσία στο βωμό
του ανυπερβλήτου

κι όλα τα δάκρυα
που κυλήσαν απ τα μάτια
χιόνια λευκά
απ της ψυχής μου τις κορφές
όλης της νιότης μου
τις πίκρες τα φαρμάκια
όλα τα όνειρα
που άφησα στο χτες
τα διαλυμένα μου
της μοίρας τα κομμάτια
τις πονεμένες μου
τις άκλητες πληγές
πήραν τα χείλια σου
μια νύχτα κάτω απ τ άστρα
και μου χαρίσαν
τα φιλιά σου δυό ζωές...

όχι μονάχα στάχτη ….γιά τα μάτια .


Άνθρωπος .
Σπάνιον είδος ,
που παραδόξως …διαρκώς αυξανόμενο
εξαφανίζεται…

..σ’ έναν ουρανό μ’ αστέρια
κι νύχτα είναι σκοτεινή …

..μα πού φωτιά να ζεσταθείς ;

..μονάχα στάχτη …

κι ανάμεσά της λίγα κάρβουνα
που ακόμα καίνε σαν τ’ αγγίξεις …
..τ’ απόθεμα του είδους .

Άνθρωπος .

Σπάνιον είδος .

Γι αυτό σας λέω ποιητές,
όχι πολύχρωμα βεγγαλικά ..

..μα λέξεις που λαβώνουνε
και ανοίγουνε πληγές ,
μήπως και στάξει η ανθρωπιά ,

όχι μονάχα στάχτη ….γιά τα μάτια .

σ’ αυτό τ’ αβέβαιο παρόν που κυβερνά η δύση


Φωνή πνιγμένη στη σιωπή
και λόγια που ‘γιναν θηλιές
χαμόγελα ντυμένη
αυτή του δρόμου η οιμωγή
ρούχο σ’ ανήλιαγες ζωές
μοιάζει μ’ ανάσα πεθαμένη

Χτυπάει του κόσμου ο παλμός
σαν να ‘ναι δάκρυ , ναν λυγμός
καρδιά σταματημένη
σ’ έναν παράταιρο χορό
κύκλους διαγράφει στο καιρό
μες σε λαβύρινθο χαμένη

σβήστε το φως λοιπόν
λίγο η μέρα να φωτίσει

Κι εσύ πανούργα μου ζωή
τρόπους χιλιάδες έχεις βρει
στο πόνο να κωφεύεις
χτίζεις παλάτια στη στιγμή
άμμος η βάση τους σαθρή
το μάταιο φυγαδεύεις

ως πότε ο κρύος ουρανός
θα ναι στο χρώμα γαλανός
και η ματιά μας μαύρη
ως πότε ο ήλιος φωτεινός
θα μένει πάντα μακρινός
μόνη καρδιά στον άδη

σβήστε το φως λοιπόν
λίγο η μέρα να φωτίσει
σ’ αυτό τ’ αβέβαιο παρόν
που κυβερνά η δύση

Νερό.

Ένα ποτάμι είμαι που κυλάει
και που κάποιες φορές παρασύρεται
και άλλοτε παρασύρει στο διάβα του ...
Διαμορφώνεται και διαμορφώνει ,
από την κοίτη και την κοίτη του,
αλλάζοντας σχήματα...
Ποτίζει ή πλημυρίζει και κυλάει όπου η κλίση το οδηγεί ....
Άλλοτε ήρεμο κι άλλοτε αγριεμένο.
Μα πάντα όπου η κλίση τ΄ οδηγεί
να βγει στη θάλασσά του
σ’ ένα ταξίδι δίχως γυρισμό
και σύντομο .

Νερό.

Πώς να καθυποτάξεις το νερό
μες τη ροή του ;
Και τόσα ρεύματα μαζί ορμητικά
σαν συναντιούνται
πώς να συμπορευτούν
δίχως στο διάβα να γκρεμίζουν ;

Τόσο νερό και τούτη η γη
δεν λέει να ξεδιψάσει ….

Τι μας χωρίζει δες.

Πέρα απ’ το δάκρυ,
υπάρχει άραγε γλώσσα
που να μιλήθηκε απ’ όλους ;
Και λέξη πιο κοινή απ’ το χαμόγελο
τα χείλη άγγιξε ποτέ ;

Κι ύστερα λες τί μας ενώνει …

Τι μας χωρίζει δες.

Και πες μου:
τώρα τι σου ‘ρχετε , να κλαίς ή να γελάς ;

Κι όμως δεν δάκρυσες , παρά γελάς ...αιώνες τώρα .

Κι όμως δεν δάκρυσες , παρά γελάς ...αιώνες τώρα .

Και η αιδώς χαμένη ...

Σε μια παράκρουση ταγμένος.

Χτίζεις ότι οι πλάτες σου
να το αντέξουν δεν μπορούν..
…στον άνεμο πουλώντας τη ψυχή σου.

Κι εκείνος που σε σήκωνε ψηλά
εκεί που θέλησες να φτάσεις,
στέρεψε.

Κι ύστερα πέφτεις και σωριάζεσαι
γεμίζοντας το κόσμο σου ερείπια
σαν οι ριπές του σταματήσουν.

Μα δεν υπήρξανε ποτέ.

Εσύ φυσούσες υπερφίαλα
και τώρα που στερέψανε οι ανάσες
είναι αργά , ο χρόνος δεν περίμενε
κι εσύ δεν έμαθες,
κι όλο ξεχνάς να μάθεις.

Πώς να ‘σαι άνθρωπος δεν φτάνει,
άμα δε γίνεις…

πώς μου λείπεις απόψε

πώς μου λείπεις απόψε
που έχω άδεια τα χέρια
που έχω άδεια αγκαλιά
τη σιωπή μου έλα κόψε
με φιλιά σαν μαχαίρια
κι έλα δώσ’ μου λαλιά

πώς μου λείπεις απόψε
στο παράθυρο απέξω
σαν μια στάλα βροχής
περιμένω να βρέξει
προσπαθώ να τ’ αντέξω
στο καιρό να φανείς

πώς μου λείπεις απόψε
στα κρυφά στα όνειρά μου
έλα αγάπη να μπεις
την ανάσα μου νιώσε
πως παγώνει μακριά σου
κι έλα εκεί να κρυφτείς

πώς μου λείπεις απόψε
πού τη λύπη έχω κρύψει
μη ρωτάς να σου πω
στου ουρανού μου τη θλίψη
μόνο μέτρα τ’ αστέρια
για να δεις πως πονώ

πώς μου λείπεις απόψε
στη σκιά που αφήνεις
προσπαθώ να σε βρω
μοναχός να παλεύω
μες σε τούτη τη δίνη
σε κρεβάτι για δυό

πως μου λείπεις απόψε
σε φεγγάρια χαμένα
σε μιά νύχτα βουβή
έλα αγάπη μου στρώσε
έναν ήλιο για ‘μένα
στη καρδιά μου μιά αυγή

πως μου λείπεις απόψε
κι η ψυχή μου ραγίζει
που δεν είσαι εδώ
ένα δάκρυ απ’ τα μάτια
σαν κυλάει ψιθυρίζει
σιωπηλά σ’ αγαπώ

Και αφήνω το χρόνο

Και αφήνω το χρόνο
συμβουλές να μου πει
να μου δείχνει το δρόμο
μια νέα αρχή

ίσως να ναι το μόνο
της ζωής μας κλειδί
γιατρικό γιά το πόνο
σε πληγή ανοιχτή

το χαμόγελο απλώνω
σ’ ένα άσπρο πανί
της καρδιάς μου το τόνο
σ’ ότι νέο έχει ‘ρθει

σε θυμάμαι ένα χρόνο
σαν βροχή σαν φιλί
να ποτίζεις το τόπο
μια αγάπη ν’ ανθεί

με ατέλειωτο πόθο
σε αλάνα ανοιχτή
μες τον κόσμο το νόθο
μόνο εγώ και εσύ…

και αφήνω στο χρόνο
μία ίσια γραμμή
απ’ το χέρι σε πιάνω
και τραβάμε μαζί …

είναι φορές ο έρωτας

κι είναι φορές ο έρωτας
σαν μισεμός μεγάλος
σαν ποταμός Αχέροντας
σαν ένας κόσμος πλάνος…

πύλη που σαν την εδιαβείς
ναύλο ψυχή σαν δώσεις
στα άδυτα του αν κατεβείς
ίσως και να ενδώσεις

ίσως σ’ αυτό που λεν ζωή
τη μυστική της πόρτα
ίσως γυρίσεις το κλειδί
με τ’ έρωτα τη ρότα

είναι φορές ο έρωτας
σαν ιερή ικεσία
κι όλα του τ’ αφανέρωτα
ζωής μυσταγωγία

Σαν τα ξεθωριασμένα απ’ το χρόνο χρώματα

Σαν τα ξεθωριασμένα απ’ το χρόνο χρώματα
πάνω σε τοίχους που βασάνισε ο ήλιος
και με μανία το νερό τα διαβρώνει
μοιάζουν τ’ ανούσια τη ζωή που χρωματίζαν
μες τη χαμένη τους τη λάμψη μεινεσμένα
και μη μπορώντας να συνθέσουν την εικόνα
την απαστράπτουσα στα μάτια που θωρούσαν
χάνοντας όλο τους το κύρος και την αίγλη
σαν κάτι σπίτια νεκρικά που αργοπεθαίνουν
άδεια κουφάρια να θυμίζουν πως υπήρξαν
μα που δεν θέλησαν στη δύση τους να ανοίγουν
πίσω απ τις πόρτες και δειλά να ξεπροβάλει
η ομορφιά που ευλαβικά φιλοξενούσαν
σε ένα κόσμο που τον κράτησαν απέξω'
και τώρα ο χρόνος σιωπηλά κατεδαφίζει
της ευτυχίας τους τα ανούσια στολίδια .

άδειοι από αγάπη δρόμοι

Ένα λέω κι αρχινώ
με τη μοίρα το κρυφτό
ξετυλίγω το κουβάρι
νύχτα κάτω απ’ το φεγγάρι

σου μετράω δυό και τρείς
φεύγεις τρέχεις να κρυφτείς
στο μεθύσι μου επάνω
κυνηγώ μα δεν σε φτάνω

τέσσερα και πέντε ακόμη
άδειοι από αγάπη δρόμοι
στέκω εκεί να περιμένω
σ’ ένα όνειρο χαμένο

έξι εφτά κι ένα οχτώ
σου φωνάζω , είσαι εδώ;
βγες , που είσαι , δεν προφταίνω
ίσα που σε προλαβαίνω

λέω εννέα, λέω δέκα
η ελπίδα είναι γυναίκα
με το πόθο ζευγαρώνει
μην αργείς και ξημερώνει

Κι όσο η ζωή

Κι όσο η ζωή,
καλόπιστα,
χαμόγελα χαρίζει
μην της γυρνάς τη πλάτη θυμωμένος
για όλα εκείνα που θαρρείς δεν σου ‘χει δώσει
σαν ναν μια ξένη που δεν γνώρισες ποτέ σου.

Μην τη κρατάς σε μια γωνιά λησμονημένη
κι έχεις τα χείλη σου σφιχτά και πικραμένα
γιατί η άγνωστη αυτή , είν’ η ζωή σου…

Εκτεθειμένοι στη ζωή

Εκτεθειμένοι στη ζωή
σ’ ότι αναπάντεχο θα φέρει
το φως που θα ‘χει την αυγή
την συννεφιά τη ξαστεριά
χειμώνα ή καλοκαίρι .

Ψάχνω να βρω απαντοχή
και σου κρατώ σφιχτά το χέρι
να μοιραστούμε δυό μαζί
τη θάλασσα και τη στεριά
τον ήλιο και τ’ αγέρι.

Στης καλημέρας το φιλί
στης καληνύχτας σου το χάδι
και στου ονείρου τη σιγή
να λυτρωθεί στην αγκαλιά
κάθε χαμού σημάδι.

Εκτεθειμένοι απ’ τη ζωή
σε μια ανάσα υποταγμένοι
σε μια γωνιά κάπου στη γη
σχίζει τα στήθια μια φωτιά
που σιγοκαίει και επιμένει