Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Απέπνεε μια σιγουριά


Απέπνεε μια σιγουριά , ετών σαρανταπέντε.

Ήτο στο βλέμμα του, ο χρόνος κεντημένος
στιγμές πολύτιμες καθ’ όλα ζυγισμένες .
Μικρά διαμάντια στης ζωής το δαχτυλίδι
που άπλετα χάριζε η λάμψη των ματιών του.

Κάθε του κίνηση προσέδιδε το σθένος,
γραμμές αδιάβλητες καλά μελετημένες.
Το ‘ξερε άλλωστε. Το βήμα του ήτο ήδη
που μαρτυρούσε ολάκερο, ποιο είναι το ποιόν του.

Μόλις νωρίτερα , λεπτά δεν πάνε πέντε,
π’ αυτό τ’ αγέρωχο, το βλέμμα του εγκρεμίσθει
και ζάλη όλον σύγκορμο τον έλουσε με ιδρώτα .

ήρθε η ζωή κι ας άργησε, μόλις στο παραπέντε
εμπρός του με δυο μάτια μπλε, στάθει, του εσυστήθει
καθώς αυτός εδιάβαινε του έρωτα την πόρτα.

Με μιας θαρρείς δεν έμοιαζε, ούτε με δεκαπέντε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: