Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

μωβ τριαντάφυλλο

μωβ τριαντάφυλλο φιλώ
ποτίζοντάς το δάκρυ
μονάχος μου να του μιλώ
μονάχος για αγάπη

το ‘χες χαρίσει κάποτε
μαζί με τη καρδιά σου
μου είχες πει τότε ποτέ
δεν θα ‘μαι μακριά σου

τώρα μονάχος το κρατώ
μονάχος συλλογιέμαι
στο στόμα σου το σ’ αγαπώ
που χάθηκε ρωτιέμαι

ερίζωσαν οι στεναγμοί
από το μέτωπό μου
από τα μάτια μου οι λυγμοί
στ' άρωμα τ’ όνειρό μου

κι αντί αυτό να μαραθεί
η λησμονιά να σβήσει
μέσα απ' χέρια μου ανθεί
ψυχή το ‘χει ποτίσει

κόκκινο παίρνει της καρδιάς
χρώμα όπως το αίμα
στη σκέψη μου όταν περνάς
κάλπικη σα το ψέμα

γίνεται όλο μια πληγή
ψυχή καρδιά μου σώμα
αιμορραγεί στάζει στη γη
κόκκινο απλώνει χρώμα

κι όπως στα χέρια το κρατώ
αγκαθωτά όνειρά μου
τρυπούν τη σάρκα μου ξυπνώ
σκορπούνε τη χαρά μου

μωβ τριαντάφυλλο φιλώ
μιλώντας του για αγάπη
ποτίζοντάς το με λυγμό
ποτίζοντάς το δάκρυ

μα η λαχτάρα μου για σένα ξενυχτά


νύχτα κι απλώνεται τριγύρω μου το βράδυ
στα βλέφαρά μου ο μορφέας ακουμπά
ρίχνει αυλαία μες στα μάτια μ’ ένα χάδι
μα η λαχτάρα μου για σένα ξενυχτά

μέσα στη μνήμη την ημέρα ξεχασμένη
σε ένα υπόγειο του μυαλού μου φυλακή
ακούει το χτύπο της καρδιάς και περιμένει
όταν η θέληση αργά αποκοιμηθεί

παίρνει του πάθους τα σκαλιά μου ένα ένα
σα το νερό που αναβλύζει από πηγή
τρέχει στις φλέβες μου ζεστή όπως το αίμα
από του πόθου τη πληγή που αιμορραγεί

κι όσο κι αν θέλω μες τη λήθη να την πνίξω
σ’ ένα λαβύρινθο μονάχη να χαθεί
βρίσκει το δρόμο της αγάπης απ’ το χτύπο
που μες στο στήθος μου η ηχώ της αντηχεί

νύχτα να πιώ απ’ το νερό της λησμονιάς σου
δεν με αφήνει η στερεμένη σου πηγή
δένει η ξαγρύπνια τα δεσμά μου ο φονιάς σου
χάραμα να ‘ρθει να τα σπάσει η αυγή