Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

θέλει καρδιά για ν' ανατέλλει η χαραυγή




γύρνα το βλέμμα στα ποτάμια που περάσαν
δες στα νερά τους μαύρα είδωλα θολά
πήραν μαζί τους τις ζωές και τις ξεβράσαν
μέσα στη λήθη στη πηγή της λησμονιάς

σκόρπια τα όνειρα σε βάρκες αφημένα
με τα πανιά τρύπιες ελπίδες να θυμίζουν
μες σε λιμάνια μοναχά ναυαγισμένα
πόθους φορτία ξεχασμένα λιμενίζουν

που 'νε του κόσμου η ανέσπερη διαθήκη
νύφη παρθένα τόσα χρόνια καρτερεί
την αφροσύνη χρόνια ζωσμένη σε μια θήκη
έχει εικόνα και θεό για να οδηγεί

ετούτη η βάρκα που έχει πλώρη για τον άδη
θέλει το στίγμα σου ατσάλι στη στιγμή
θέλει το φως σου να φωτίζει το σκοτάδι
θέλει καρδιά για ν' ανατέλλει η χαραυγή

είδωλα γκρι


κρατάς τη δύση μου στα χέρια σου και φεύγεις
πάνω μου αφήνοντας το δρόμο μιας φοβέρας
σβήνει η σκιά σου καθώς πας ,με παγιδεύεις
στο ηλιοβασίλεμα τελειώματα μιας μέρας

παίρνει η σκέψη μου μια αντίστροφη πορεία
πίσω μαζεύοντας του χρόνου το κουβάρι
μα τη ροή στο χρονικό της απουσίας
μου τη φωτίζει με μια αχτίδα το φεγγάρι

είδωλα γκρι μνήμες με φόντο τη καρδιά μου
σ’ ένα τοπίο που η μορφή σου τώρα λείπει
φτιάχνουν εικόνες τεθλασμένες τα όνειρά μου
μέσα σε κάδρο τυλιγμένα με μια θλίψη

βήματα κάνω μ’ οδηγούν οι ψίθυροί σου
σαν τις σειρήνες που ξυπνάει το πέρασμά σου
κι εγώ δεμένος σε μια ανάγκη εκεί μαζί σου
φυλακισμένος κυνηγώ το άγγιγμά σου

δρόμοι σοκάκια και πολύβουες πλατείες
ήχους αφήνουν που η σιωπή σου διαπερνά
μοιάζοντας μέσα μου χαμένες πολιτείες
σε μια καρδιά που η μορφή σου κυβερνά