Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Εγύρευαν τα μάτια του στεριά


Εγύρευαν τα μάτια του στεριά να ξαποστάσουν
Να ξεπλυθούν τα χείλη του την άλμη του πελάγους
Βλέπεις οι ανέμοι της ζωής δεν έμελε να φτάσουν
Να ταξιδέψουν το σκαρί όπου προστάζει ο νους του

Κι όσο κοιτούσαν πίσω τους βαθύ πυκνό σκοτάδι
Τα τύλιγε και μια σιωπή ίδια η σιγή του τάφου
Μοιάζοντας νάν το παρελθόν τα σύνορα του Άδη
Κι οι μέρες που περάσανε οι γύπες του θανάτου

Της ειμαρμένης δέσμιος στον σκυθικό το βράχο
Να ατενίζει απ’ το παρόν το όνειρο βαμμένο
Στο κόκκινο στο πορφυρό κι αυτός ο μονομάχος
Αιμορραγώντας η πληγή να μοιάζει πεθαμένο

Λίγο πριν ‘ρθει το σούρουπο ακούγοντας σειρήνες
Στο δείλι να του τραγουδούν νοστάλγησε τον ήχο
Εκείνον τον μεθυστικό χρόνια πιο πριν και μήνες
Γλυκά που τον εθώπευε με της καρδιάς το χτύπο

Σιγά κι αλάργα ανοίχτηκε στη μέση του πελάγους
Και μοιάζει τώρα η στεριά στα μάτια του με δάκρυ
-Πίσω να πάει δεν μπορεί, μπροστά να δέσει κάβους-
Αργοκυλάει το δάκρυ του δέσμιο σε μιαν αγάπη

ζωή..


Τι όμορφη που έμοιαζες...σαν πόλη.
Στης νύχτας μες τα πέπλα τυλιγμένη
τη σαγήνη. Γυναίκα στολισμένη
που σε πόθησαν σαν πόρνη,

κουρσάροι πειρατές και Σαρακήνοι.

Ματιές ηδονικές σου ξεγυμνώνουν
τ’ αμόλυντα σοκάκια τα παρθένα.
Πατούν λεηλατούνε και ματώνουν.

Γελάστηκαν.Η Γυναίκα η στολισμένη
που την πόρθησαν σαν πόρνη,
παρέμεινε με άρρητο υμένα.

Νομίσανε πως θα ‘τανε οι μόνοι .

Για δες τε, μειδιά η ζωή,
κοιτάζοντας τα  μάτια τους
τα γέρικα θλιμμένα …