Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Άσπλαχνα δες πως σε θωρεί

Αντικριστά σου κάθισε
με παγωμένο βλέμμα
Ίδιο με κείνο που κυλά
στις φλέβες σου το ψέμα
κι ύστερα πάνω σου μετρά
τις στάλες του ιδρώτα
που τρέχουν απ το μέτωπο
στα παγωμένα χνώτα

Άσπλαχνα δες πως σε θωρεί
ξένο παιδί και νόθο
αδιάφορα παρατηρεί
στο πρόσωπο το μόχθο
λες και δεν γνώρισε καμιά
απ τη δική του ευθύνη
ετούτη η φλόγα το κερί
που καίει κι όλο φθίνει

Μονάχα αλλάζει πρόσωπα
στον ήλιο στο σκοτάδι
παίρνει του γέλιου τη μορφή
την αποσκιάδα του Άδη
αφήνοντας στα χείλη σου
λίγο θανάτου γεύση
αυτή η πανούργα η ζωή
για ότι σου ‘χει πέμψει

θα ‘χεις εμένα



κι αν μες του δρόμου τα μισά
σου μοιάζουν όλα δανεικά
σου μοιάζουν ξένα
αγάπες κι όνειρα παλιά
μην φοβηθείς, παρηγοριά
θα ‘χεις εμένα

κι αν όλοι γύρω σου μιλούν
κι όλοι να πάρουν σου ζητούν
κάτι από σένα
κι αν σε χλευάζουν σε πονούν
μη φοβηθείς που σε φθονούν
θα ‘χεις εμένα

κι αν σου καρφώνουν τη καρδιά
στης μοναξιάς τη παγωνιά
μακριά στα ξένα
σ’ αυτά τα μάτια τα θολά
θα ‘μαι στα δάκρυα φωτιά
εγώ για σένα

Σ ένα κυκλάκι από καπνό




Σ ένα κυκλάκι από καπνό
κάποιας ανάμνησης καημό
τον φυλακίζω.
Κι ύστερα σπάω και ραγίζω.

Σαν βάζο πήλινο παλιό
απ της αγάπης το κομό
πέφτω τσακίζω.
Όταν το δάκρυ του χαρίζω.

Κι εσύ μιλάς και δεν μιλάς
έρχεσαι φεύγεις και που πας
δεν το γνωρίζω.
Σ’ ένα κυκλάκι από καπνό βαμμένο γκρίζο.

Για μια στιγμή



Γίνε ο κόσμος μου εσύ
κι εγώ στα μάτια σου πρωί θα ανατέλλω
σε ένα πέλαγος βαθύ
όσο θα χάνομαι στων πέπλων σου τα θέλω.

Για μια στιγμή
γίνε βοριάς, γίνε νοτιάς, πάνω στο άρμα του ανέμου
κι εγώ η γη
που θα χτυπά, αυτός ο οίστρος του ακήρυκτου πολέμου.

Γίνε η ανάσα μου εσύ
και μπες στο στήθος μου μια νύχτα έτσι λάθρα
πιάσε το χέρι μου και ύστερα μαζί
σάλπισε τρις κι όλα θα πέσουνε τα άτρωτα τα κάστρα.